ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ: ΕΞΕΔΗΜΗΣΕ ΠΡΟΣ ΚΥΡΙΟΝ Ο ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΛΟΛΟΣ

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ: ΕΞΕΔΗΜΗΣΕ ΠΡΟΣ ΚΥΡΙΟΝ Ο ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΛΟΛΟΣ

Τμήμα Αρχαιοτήτων: “Λάμπρυνε για δεκαετίες την κυπριακή επιστήμη και κοινωνία και καθιέρωσε ανά το παγκόσμιο την Κύπρο ως σημείο αναφοράς στην επιστημονική μελέτη”.- Χαράλαμπος Μπακιρτζής: ” Τα αναστηλωμένα εκκλησιαστικά μνημεία της Κύπρου φέρουν την σφραγίδα του Αθανασίου Παπαγεωργίου και της αφοσίωσής του στην Κύπρο και στον ελληνικό και βυζαντινό χαρακτήρα τους”.

Αναπαύθηκε εν Κυριω  ο Αθανάσιος Παπαγεωργίου ο κορυφαίος των Βυζαντινολόγων-Αρχαιολόγων της Κυπρου .

Ανακοινωση του Τμήματος Αρχαιοτήτων Κυπρου, μεταξυ αλλωναν, αφερει:  “Με βαθιά θλίψη η Διευθύντρια και το προσωπικό του Τμήματος Αρχαιοτήτων αποχαιρετούν τον Αθανάσιο Παπαγεωργίου, λαμπρό επιστήμονα, κορυφαίο βυζαντινολόγο και πρώην Διευθυντή του Τμήματος Αρχαιοτήτων, ο οποίος απεβίωσε στις 26 Ιουλίου 2022.

Η απώλεια του Αθανάσιου Παπαγεωργίου έρχεται να προστεθεί σε μια μακρά σειρά απωλειών τα τελευταία χρόνια μεγάλων μορφών που λάμπρυναν για δεκαετίες την κυπριακή επιστήμη και κοινωνία και καθιέρωσαν ανά το παγκόσμιο την Κύπρο ως σημείο αναφοράς στην επιστημονική μελέτη.


ΦΩΤΟ ΑΡΧΕΙΟΥ :  Τμήμα Αρχαιοτήτων

Με άριστη κατάρτιση στην επιστήμη του διορίστηκε το 1962 στο Τμήμα Αρχαιοτήτων ως Έφορος Μνημείων με ειδίκευση στα Βυζαντινά μνημεία και από το 1989 μέχρι το 1991 διετέλεσε Διευθυντής του Τμήματος Αρχαιοτήτων.

Το έργο του Αθανάσιου Παπαγεωργίου δεν αποτιμάται σε λίγες γραμμές ούτε περιγράφεται με συντομία. Εκείνο που μπορεί ίσως να αποδώσει το μέγεθος της συνεισφοράς του είναι ο χαρακτηρισμός του θεμελιωτή και στυλοβάτη της κυπριακής βυζαντινολογίας.

Άνθρωπος βαθιά ευσεβής, ταπεινός, με απέραντη καλοσύνη, γενναιόδωρος προς τους νέους, χαρακτήρας ευθύς, με αρχές, αξιοπρέπεια και συνέπεια σε κάθε στάση της ζωής, εργάστηκε με υπευθυνότητα για την ανάδειξη, την προβολή και τη συντήρηση των βυζαντινών μνημείων της πατρίδας μας. Το ανασκαφικό του έργο τεράστιο από την Καρπασία μέχρι την Πάφο, όπως και το συγγραφικό του έργο το οποίο αποτελεί μια απροσμέτρητης βαρύτητας και μεγέθους κληρονομιά για τις νεότερες γενιές, όχι μόνο των ειδικών, αλλά για ολόκληρη την κοινωνία του νησιού και την διεθνή επιστημονική κοινότητα.

Από τις θέσεις που κατείχε στο Τμήμα Αρχαιοτήτων προώθησε την αναστήλωση δεκάδων βυζαντινών και μεσαιωνικών μνημείων της Κύπρου, και συνέβαλε στην καταγραφή, συντήρηση και μελέτη αμέτρητων έργων τέχνης. Οι πολυπληθείς μελέτες του καλύπτουν όλο το φάσμα της βυζαντινολογίας από την ναοδομία, την μνημειακή ζωγραφική, τις φορητές εικόνες, και αποτελούν σημεία αναφοράς στην έρευνα, συμβάλλοντας στην ανάδειξη του νησιού σε σημαίνον τμήμα του Βυζαντινού κόσμου.

Μετά την λαίλαπα του 1974 καθοριστική ήταν η συμβολή του στην ενημέρωση της διεθνούς επιστημονικής κοινότητας για την πολιτιστική καταστροφή που υπέστη το νησί, ως συνέπεια της τουρκικής εισβολής, ενώ παράλληλα έλαβε μέρος σε πολλές δικαστικές μάχες του εξωτερικού για επανάκτηση πολιτιστικών θησαυρών που διαρπάγησαν και εξήχθησαν παράνομα.

Μετά τη συνταξιοδότησή του και κατόπιν ανάθεσης της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου, ανέλαβε το τιτάνιο έργο της καταγραφής όλων των εκκλησιαστικών κειμηλίων της Κύπρου, το οποίο ολοκληρώθηκε και ψηφιοποιήθηκε, αποτελώντας σήμερα μια βάση δεδομένων του κειμηλιακού πλούτου της Εκκλησίας της Κύπρου και έναν ανεκτίμητο θησαυρό γνώσης.

Ο Αθανάσιος Παπαγεωργίου διαμόρφωσε το βυζαντινό τοπίο της Κύπρου, όπως το γνωρίζουμε σήμερα και καθόρισε με τον βίο και τη δράση του την ανάπτυξη των κυπριακών βυζαντινών σπουδών στα πεδία της αρχαιολογίας και της ιστορίας της τέχνης.

                  ΦΩΤΟ ΑΡΧΕΙΟΥ :  Τμήμα Αρχαιοτήτων

Με την απώλεια του Αθανάσιου Παπαγεωργίου αυξάνεται το βάρος στους ώμους της νέας γενιάς αρχαιολόγων και βυζαντινολόγων για να σταθούν επάξια στο ύψος που είχε ορίσει ο ίδιος αλλά πολλοί είναι οι μαθητές και οι συνεργάτες που θα συνεχίσουν το έργο με τις ίδιες αρχές, οράματα και ανησυχίες. Το Τμήμα Αρχαιοτήτων εκφράζει θερμά συλλυπητήρια προς τα παιδιά και τους οικείους του”.

Ο Ομότιμος καθηγητής Βυζαντινής Αρχαιολογίας και Τέχνης Πανεπιστημίου Κύπρου, Δημήτριος Δ. Τριανταφυλλόπουλος, σημειωσε: “Ἐκλεισε μαζί του ο κύκλος των λαμπρών Κυπρίων Βυζαντινολόγων (Θεόδωρος Παπαδόπουλλος, Αρχιμ. Παύλος Εγγλεζάκης, Κώστας Κύρρης, Κωνσταντίνος Χατζηψάλτης), που κράτησαν στους ώμους τους το τεράστιο βάρος της διάσωσης του βυζαντινού και μεταβυζαντινού παρελθόντος του τόπου τους στην ύστατη Αγγλοκρατία και μετά το αποτρόπαιο 1974. Αιωνία η μνήμη τους!

Χρέος των νεωτέρων Κυπρίων Βυζαντινολόγων να διασώσουν τη μνήμη των στυλοβατών του τόπου τους, προσφέροντας αναλυτικά εργοβιογραφικά μελετήματα.

Για τον Αθανάσιο Παπαγεωργίου, υιό ιερέως, ευχή όλων είναι να αναπαυθεί στην –άμποτε ελεύθερη!– γη των πατέρων του!  Κάθε παρηγοριά άνωθεν στους οικείους του! Επ᾽ ελπίδι αναστάσεως”.

Ο Αθανάσιος Παπαγεωργίου,  90 ετών υπηρξε εκ των πρωτεργατών της Κυπριακής Αρχαιολογίας. Ήταν επιτιμο μέλος της ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΛΟΓΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ  ΚΥΠΡΟΥ.  Η κηδεία του τελέστηκε σε στενο οικογενειακο κυκλο. 

Ο Αθανάσιος Παπαγεωργίου σπούδασε Θεολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στη βυζαντινή ιστορία και τέχνηστο Παρίσι, όπου μαθήτευσε κοντά στους ονομαστούς βυζαντινολόγους Αντρέ Γκράμπαρ και Πολ Λεμέρλ, στην École Pratique des Hautes Études, στο Faculté des Lettres του Πανεπιστημίου του Παρισιού και στο Collège de France.

Το 1962 διορίστηκε Έφορος Μνημείων στο Τμήμα Αρχαιοτήτων της νεοσύστατης τότε Κυπριακής Δημοκρατίας. Το 1989 προήχθη σε Διευθυντή του Τμήματος Αρχαιοτήτων Κύπρου, απ’ όπου συνταξιοδοτήθηκε το 1991. Καθ’ όλη τη διάρκεια της θητείας του στο Τμήμα Αρχαιοτήτων εργάστηκε για την προαγωγή της γνώσης και της έρευνας του πολιτισμού της βυζαντινής και της μεσαιωνικής Κύπρου, αλλά και για τη συντήρηση, προβολή και προστασία μνημείων και έργων τέχνης που μας κληροδότησαν αυτές οι περίοδοι.

Το όνομά του έχει συνδεθεί ιδιαίτερα με τις σημαντικές ανασκαφές των βασιλικών στο Μαραθόβουνο και στην Αγία Τριάδα στη Γιαλούσα, καθώς και των βασιλικών της Λιμενιώτισσας και της Χρυσοπολίτισσας στην Πάφο. Στον ίδιο οφείλεται επίσης και η διερεύνηση των πρωτοβυζαντινών φάσεων των ναών του Αγίου Κυπριανού στο Μένοικο και του Αγίου Σπυρίδωνα στην Τρεμετουσιά, αλλά και στη μονή του Αγίου Ηρακλειδίου, όπου εντόπισε την πρώιμη φάση του μνημείου, η οποία ανάγεται στον 4ο αιώνα.

Σημαντική ήταν η συμβολή του στη δημιουργία των συλλογών του Βυζαντινού Μουσείου στο Ίδρυμα Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ’, αλλά και στην ίδρυση του Βυζαντινού Μουσείου της Πάφου. Με την αφυπηρέτησή του εργάστηκε στην Αρχιεπισκοπή Κύπρου και βοήθησε στην καταγραφή των μνημείων και των κειμηλίων τους σε όλη την ελεύθερη Κύπρο. Μεγάλη υπήρξε επίσης η προσφορά του στη διεθνοποίηση του ζητήματος της λεηλασίας και αρχαιοκαπηλίας στο τουρκοκρατούμενο από το 1974 βόρειο τμήμα της Κύπρου. Ανεκτίμητες ήταν οι πληροφορίες που πρόσφερε στη Γενική Εισαγγελία για την ετοιμασία των φακέλων διεκδίκησης εκκλησιαστικών θησαυρών.

Με τις γνώσεις και την εμπειρογνωμοσύνη του συνέβαλε αποφασιστικά στον επαναπατρισμό δεκάδων έργων χάρη στην τεκμηρίωση των κλεμένων θησαυρών της Κύπρου που εμφανίζονταν σταδιακά στις διεθνείς αγορές έργων τέχνης.

Πέρα από μάχιμος αρχαιολόγος πεδίου, ο Αθανάσιος Παπαγεωργίου ήταν και παραγωγικότατος συγγραφέας, με πολυάριθμες μονογραφίες και άρθρα σε επιστημονικά περιοδικά, πρακτικά συνεδρίων και συλλογικούς τόμους. Η μονογραφία του για τις εικόνες της Κύπρου, η οποία συγκεντρώνει σ’ ένα πλούσια εικονογραφημένο τόμο τα πιο σημαντικά και χαρακτηριστικά παραδείγματα που έχουν σωθεί, συνέβαλε στο να γίνει το corpus γνωστό και προσβάσιμο στη διεθνή επιστημονική κοινότητα και ενέπνευσε πολλούς ερευνητές να ασχοληθούν πιο συστηματικά με την τέχνη, τον πολιτισμό, την κοινωνία και την ιστορία της βυζαντινής και μεσαιωνικής Κύπρου.

Το 2008, στα πλαίσια του Δ΄ Κυπρολογικού Συνεδρίου, η Εταιρεία Κυπριακών Σπουδών τον τίμησε για την προσφορά του στην κυπριακή αρχαιολογία. Τον Οκτώβριο του 2012, το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου διοργάνωσε διεθνές συνέδριο προς τιμήν του. Ο τόμος των πρακτικών είναι αφιερωμένος σ’ αυτόν.

Στις 12 Ιουνίου 2013 η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Κύπρου του απένειμε το χρυσούν παράσημο του Αποστόλου Βαρνάβα, την ανώτατη τιμητική της διάκριση.

Τελετή Απονομής Χρυσού Παράσημου του Απ. Βαρνάβα εις τον Δρα Αθανάσιον Παπαγεωργίου (†26.7.2022) – Εκκλησία της Κύπρου (churchofcyprus.org.cy)

Μπακιρτζής: Πέτυχε το σχεδόν ακατόρθωτο

Στον επικήδειο λόγο του εκ μέρους της Ελληνικής Αρχαιολογικής Αποστολής ο Χαράλαμπος Μπακιρτζής ανέφερε ότι ο εκλιπών έφερε εις πέρας το σχεδόν ακατόρθωτο: Οργάνωσε στο Τμήμα Αρχαιοτήτων για πρώτη φορά εξειδικευμένα συνεργεία τεχνιτών και, σε συνεργασία με άλλους αρχαιολόγους, οργώνοντας κυριολεκτικά την Κύπρο, συντήρησε με επιστημονική γνώση και ευαισθησία αρχαία μνημεία. 

«Έχοντας την εμπιστοσύνη της Εκκλησίας της Κύπρου αναστήλωσε επίσης πλειάδα βυζαντινών και μεσαιωνικών εκκλησιών και συντήρησε ψηφιδωτά, τοιχογραφίες και φορητές εικόνες, εποπτεύοντας ο ίδιος τα εργοτάξια και δίνοντας ο ίδιος οδηγίες και κατευθύνσεις, τις οποίες οι αρχιμάστορες εφάρμοζαν πιστά».

«Μπορώ να πω ότι τα αναστηλωμένα εκκλησιαστικά μνημεία της Κύπρου φέρουν την σφραγίδα του Αθανασίου Παπαγεωργίου και της αφοσίωσής του στην Κύπρο και στον ελληνικό και βυζαντινό χαρακτήρα τους» ανέφερε επίσης.

«Δεν είναι μόνον η ακοίμητη φροντίδα και η δουλειά του επί των μνημείων. Δεινός φιλόλογος ο ίδιος δημοσίευσε και σχολίασε ιστορικά περί Κύπρου κείμενα, επιγραφές και Βίους Κυπρίων αγίων. Με πλειάδα ανακοινώσεων σε τοπικά και διεθνή συνέδρια, με βιβλία και πολυάριθμα άρθρα, χαλκέντερος ο ίδιος, ενέταξε τη Βυζαντινή Κύπρο στο γίγνεσθαι της Κωνσταντινουπόλεως, καθιέρωσε διεθνώς τα βυζαντινά μνημεία της Κύπρου, διευκρίνισε τις τοπικές ιδιαιτερότητές τους,  και για πάνω από μισόν αιώνα υπήρξε ο αδιαμφισβήτητος βυζαντινολόγος αρχαιολόγος της Κύπρου. Η κληρονομιά που ο Αθανάσιος Παπαγεωργίου αφήνει στους νεωτέρους είναι ο αλύγιστος χαρακτήρας του, η πίστη και η συνέπειά του στο καθήκον και το υποδειγματικό του έργο».

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ Αθανασίου Παπαγεωργίου

Α) ΒΙΒΛΙΑ

 

1. Σύντομη Ἱστορία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου (Λευκωσία, 1962)

2. Εἰσαγωγή στή Βυζαντινή ζωγραφική (Λευκωσία, 1965).

3. Ἡ Παλαιοχριστιανική καί Βυζαντινή Τέχνη τῆς Κύπρου (Λευκωσία, 1966).

4. Masterpieces of the Byzantine Art of Cyprus (Nicosia, 1966).

5. Icones de Chypre (Geneve, 1969).

6. Οἱ ξυλόστεγοι ναοί τῆς Κύπρου (Λευκωσία, 1975).

7. «Βυζαντινές εἰκόνες τῆς Κύπρου», Κατάλογος Ἐκθέσεως Βυζαντινῶν εἰκόνων τῆς Κύπρου, στο Μουσείο Μπενάκη (Αθήνα, 1976).

8. Οἱ Βυζαντινές εἰκόνες τῆς Κύπρου.

9. The Church of Panagia at Trikomo and its frescoes.

 

Β) ΑΡΘΡΑ

 

1. «Ὁ εικονογραφικός κύκλος τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ ἐν Κύπρῳ», Ἀπόστολος Βαρνάβας, ΙΘ (1958).

2. «Ὁ Ἰησοῦς ἐγεννήθη εἰς σπήλαιον», Ἀπόστολος Βαρνάβας, ΚΑ (1960) ΚΒ (1961).

3. «Ἡ Βασιλική Μαραθοβούνου», RDAC 1963, (οσ. 84-101).

4. «Ἡ Μονή Ἀψινθιωτίσσης», RDAC 1963, (σσ. 73-83).

5. «Ἔρευνα ἐν τῷ ναῷ τοῦ Ἁγ. Δημητριανοῦ εἰς Μένικον», RDAC 1964, (σσ. 221-236).

6. «Les premieres incursions Arabes a Chypre et leurs consequences»,   Ἀφιέρωμα εἰς Κωνσταντῖνον Σπυριδάκιν (Λευκωσία, 1964).

7. «Ἡ Παλαιοχριστιανική καί Βυζαντινή Ἀρχαιολογία καί Τέχνη ἐν Κύπρῳ κατά τό 1963», Απόστολος Βαρνάβας, ΚΕ (1964).

8. «Ἡ Παλαιοχριστιανική καί Βυζαντινή Ἀρχαιολογία καί Τέχνη ἐν Κύπρῳ κατά τό 1964»,   Ἀπόστολος Βαρνάβας, ΚΣτ (1965).

9. «Ἡ Παλαιοχριστιανική καί Βυζαντινή Τέχνη τῆς Κύπρου κατά τά ἔτη 1965-1966»,   Ἀπόστολος Βαρνάβας, ΚΖ-ΚΗ-ΚΘ (1967-1968).

10. «Ὁ Ἑλληνικός χαρακτήρ τῆς Πρωτοβυζαντινῆς Τέχνης τῆς Κύπρου», Στασῖνος, Β’ (1964-1965, σσ. 43-50).

11. «Ἔρευνα ἐν τῷ ναῷ τοῦ Ἁγ. Σπυρίδωνος ἐν Τρεμετουσιᾷ», Κυπριακαί Σπουδαί, Λ (σσ. 13-34).

12. «Βυζαντιναί τοιχογραφίαι τῆς Ἐπαρχίας Ἀμμοχώστου», Δελτίον

ΕΦΣΑ, 1969 (Ἀμμόχωστος, 1970).

13. «Τά Γράμματα καί ἡ Παιδεία ἐν Κύπρῳ κατά τήν Βυζαντινήν Περίοδον», Δελτίον Ὁμίλου Παιδαγωγικῶν Ἐρευνῶν Κύπρου, Ε (1966, σσ. 17-29).

14. «Ἡ Παλαιοχριστιανική και Βυζαντινή Ἀρχαιολογία καί Τέχνη ἐν Κύπρῳ κατά τά ἔτη 1967-1968», Ἀπόστολος Βαρνάβας Λ (1969) – ΛΑ(1970).

15. «Εἰκών τοῦ Χριστοῦ ἐν τῷ ναῷ τῆς Παναγίας τοῦ Ἄρακος», Κυπριακαί Σπουδαί,ΛΒ (1969, σσ. 45-55).

16. «Ὁ Ἅγιος Αὐξίβιος», Ἀπόστολος Βαρνάβας, Λ (1969).

17. «Ἰδιάζουσαι τοιχογραφίαι τοῦ 13ου αἰῶνος ἐν Κύπρῳ», Πρακτικά το

Α’ Διεθνοῦς Κυπρολογικοῦ Συνεδρίου, Λευκωσία, 1969, Β’ (Λευκωσία, 1972,

σσ. 201-212, πίν. ΧΧ-ΧΧΧ).

18. «Οἱ ζωγράφοι τοῦ 15ου καί 16ου αἰῶνα στήν Κύπρο», RDAC 1974 (σσ. 193-209, πίν. XXX-XXXV).

19. «Οἱ ζωγράφοι τῶν φορητῶν εἰκόνων τῆς Κύπρου», RDAC 1975 (σσ. 159-182, πίν. XXI-XXVIII).

20. «Δυό εἰκόνες τοῦ 12ου αιώνα», RDAC 1976 (σσ. 217-226, πίν. XLIX-LIV).

21. «Ἡ Κύπρος κατά τούς Βυζαντινούς Χρόνους», Κύπρος, Ἱστορία, Προβλήματα καί ἀγῶνες τοῦ λαού της. Επιμέλεια Γ. Τενεκίδη και Γ. Κρανιδιώτη (Αθήνα, 1981, σσ. 31-78).

22. ‘The narthex of the Middle Byzantine churches of Cyprus’, Rayonnement Grec, Hommages à  Charles Delvoye (Bruxelles, 1982, p. 437-448).

23. ‘L’ Art Byzantin de Chypre et l’ Art des Croises. Influences, reciproques’, RDAC 1982 (p. 217-226, pl. XLI-XLIV).

24. ‘L’ Architecture Paleochretienne de Chypre’, XXXII Corso di Cultura sull’ Arte Ravennate e Bizantina 1985, (p. 299-324).

25. ‘L’ Architecture de la periode Byzantine a Chypre’, XXXII Corso di Cultura sull’ Arte Ravennate e Bizantina 1965 (p. 325-335).

26. ‘Recently Discovered Wall-Paintings in 10th- 11th century churches of Cyprus’, Actes du XIVE Congres International des Etudes Byzantines, Bucarest,

1971, vol. Ill, (Bucarest, 1976, p. 411-414).

27. ‘Constantinopolitan influence on the Middle Byzantine Architecture of Cyprus’, Akten XVI Internationaler Byzan-tinistenkongress 11/4 (Vien, 1982, p. 469-478).

28. ‘Foreign influences on the Early Christian Architecture of Cyprus’, Actes of the International Archaeological Symposium “Cyprus between the Orient and the Occident” (Nicosia, 1986, p. 490-503).

29. «Δυό  Ὑστεροκομνήνειες εἰκόνες», RDAC 1988, II.

30. «Μιά σύγχρονη πηγή γιά τίς δυό πρῶτες Ἀραβικές Ἐπιδρομές στήν Κύπρο», Στασῖνος, 1988.

31. «Ἡ Ὑστεροκομνήνεια ζωγραφική τῆς Κύπρου καί οἱ τοιχογραφίες τῆς Μονῆς τοῦ Ἁγ. Ἰωάννη τοῦ Θεολόγου στήν Πάτμο (στα Πρακτικά τοῦ Ἐπιστημονικοῦ Συμποσίου μέ τήν εὐκαιρία τῶν 900 χρόνων τῆς Μονῆς τοῦ Θεολόγου στήν Πάτμο).

32. Ιερά Μητρόπολις Πάφου, Ιστορία και Τέχνη (1996)

33.Λαξευτά ασκητήρια και μοναστήρια της Κύπρου (1999)

Πηγή:

Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια

Share this post