Το προπατορικό αμάρτημα της Αμερικής

Το προπατορικό αμάρτημα της Αμερικής

Η δουλεία και η κληρονομιά της Λευκής Υπεροχής

Της Annette Gordon-Reed*

Τα έγγραφα που συνδέονται στενότερα με την δημιουργία των Ηνωμένων Πολιτειών -η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας  και το Σύνταγμα – παρουσιάζουν ένα πρόβλημα με το οποίο οι Αμερικανοί παλεύουν από το ξεκίνημα της χώρας: πώς να συνδυάσουν τις αξίες που υποστηρίζονται σε αυτά τα κείμενα με την αρχική αμαρτία της δουλείας στις Ηνωμένες Πολιτείες, το ψεγάδι που αμαύρωσε την δημιουργία της χώρας, στρέβλωσε τις προοπτικές της και, τελικά, την έβαλε σε εμφύλιο πόλεμο. Η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας είχε έναν συγκεκριμένο σκοπό: να κόψει τους δεσμούς μεταξύ των αμερικανικών αποικιών και της Μεγάλης Βρετανίας και να δημιουργήσει μια νέα χώρα που θα έβρισκε την θέση της ανάμεσα στα έθνη του κόσμου. Αλλά χάρη στην προχωρημένη γλώσσα του περίφημου προοιμίου του, το έγγραφο αμέσως έφτασε να σημαίνει περισσότερα από αυτό. Η σίγουρη δήλωσή του ότι «όλοι οι άντρες γεννιούνται ίσοι», με «αναφαίρετα Δικαιώματα» στην «Ζωή, την Ελευθερία και την επιδίωξη της Ευτυχίας», έθεσε τις έννοιες της ελευθερίας και της ισότητας στο επίκεντρο του αμερικανικού πειράματος. Ωστόσο, γράφτηκε από έναν ιδιοκτήτη σκλάβων, τον Τόμας Τζέφερσον , και κυκλοφόρησε σε 13 αποικίες που όλες, σε κάποιον βαθμό, επέτρεπαν την δουλεία.  

Τζέφερσον

Το Σύνταγμα, το οποίο ένωσε τις αποικίες που είχαν μετατραπεί σε κράτη, δεν ήταν λιγότερο στιγματισμένο. Δημιουργήθηκε μόνο μετά από έναν έντονο καυγά για -και έναν μοιραίο συμβιβασμό ως προς- τον θεσμό της δουλείας. Τα μέλη της επαναστατικής γενιάς συχνά απεικόνιζαν αυτόν τον θεσμό ως ένα απαραίτητο κακό που τελικά θα πεθάνει από μόνο του, και το ανέχονταν για να κρατήσουν ενωμένο το νέο έθνος. Το έγγραφο για το οποίο αγωνίστηκαν και υπέγραψαν το 1787, σεβαστό σχεδόν ως ιερό κείμενο από πολλούς Αμερικανούς, προστάτευε άμεσα την δουλεία. Έδωσε στους ιδιοκτήτες σκλάβων το δικαίωμα να συλλαμβάνουν φυγάδες σκλάβους που διέσχιζαν τις πολιτειακές γραμμές, υπολόγιζε κάθε υποδουλωμένο άτομο ως τα τρία πέμπτα ενός ελεύθερου ατόμου με σκοπό την κατανομή των μελών στην Βουλή των Αντιπροσώπων, και απαγόρευσε την κατάργηση του δουλεμπορίου πριν από το 1808.
Ως πολίτες μιας νέας χώρας, οι Αμερικανοί έχουν αρκετά στενή σχέση με την ιδρυτική γενιά ώστε να βλέπουν στους ιδρυτές ως αντικείμενα επαίνων. Ίσως να μην υπήρχαν Ηνωμένες Πολιτείες χωρίς τον Τζορτζ Ουάσινγκτον, πίσω από τον οποίο ενώθηκαν 13 φιλέριδες αποικίες.

Τζορτζ Ουάσινγκτον

Η γλώσσα του Τζέφερσον στην Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας έχει υιοθετηθεί από κάθε περιθωριοποιημένη ομάδα που αναζητά ισότιμη θέση στην αμερικανική κοινωνία. Έχει επηρεάσει επίσης ανθρώπους που αναζητούν ελευθερία και σε άλλα μέρη του κόσμου.
Ωστόσο, οι ιδρυτές είναι όλο και περισσότερο αντικείμενα καταδίκης. Τόσο ο Ουάσιγκτον όσο και ο Τζέφερσον είχαν σκλάβους. Αυτοί, μαζί με τους Τζέιμς Μάντισον, Τζέιμς Μονρόε και Άντριου Τζάκσον, τους άλλους τρεις προέδρους της πρώιμης δημοκρατίας στους οποίους ανήκαν σκλάβοι, διαμόρφωσαν τις πρώτες δεκαετίες των Ηνωμένων Πολιτειών. Οποιαδήποτε επιθυμία να γιορτάσουμε την αρχή της χώρας φθάνει γρήγορα στις τραγικές πτυχές εκείνης της εποχής. Όσοι επιθυμούν να απολαμβάνουν χωρίς επιφυλάξεις τα καλά συναισθήματα για την χώρα τους, αισθάνονται απειλούμενοι από εκείνους που σημειώνουν τις τραγωδίες και την καταπίεση που βρίσκονται στην καρδιά εκείνης της περιόδου. Αυτοί προέρχονταν από ανθρώπους που είχαν περιγραφεί ως κατώτερα όντα, των οποίων η εργασία και οι ζωές είχαν παρθεί για τον πλουτισμό των άλλων, και εκείνοι που συναισθάνονται τους σκλάβους αισθάνονται προσβεβλημένοι από τον ασυλλόγιστο εορτασμό. Η εκμάθηση του πώς να επιτευχθεί η σωστή ισορροπία έχει αποδειχθεί ένα από τα πιο δύσκολα προβλήματα για την αμερικανική κοινωνία.
ΓΙΑΤΙ Η ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΤΗΣ ΣΚΛΑΒΙΑΣ ΑΝΤΕΧΕΙ
Το ζήτημα, ωστόσο, υπερβαίνει κατά πολύ τους τρόπους με τους οποίους οι Αμερικανοί σκέφτονται και μιλούν για την ιστορία τους. Το πιο σημαντικό γεγονός σχετικά την σκλαβιά στην Αμερική, ένα που δεν το μοιράζεται με άλλα εξέχοντα αρχαία συστήματα σκλάβων, ήταν ότι βασιζόταν στην φυλή. Η δουλεία στις Ηνωμένες Πολιτείες δημιούργησε μια καθορισμένη, αναγνωρίσιμη ομάδα ανθρώπων και τους έβγαλε εκτός κοινωνίας. Και σε αντίθεση με την μισθωμένη υποτακτικότητα των Ευρωπαίων μεταναστών στην Βόρεια Αμερική, η σκλαβιά ήταν μια κληρονομική κατάσταση.
Ως αποτέλεσμα, η σκλαβιά στην Αμερική συνδέθηκε αναπόσπαστα με την λευκή κυριαρχία. Ακόμα και άνθρωποι αφρικανικής καταγωγής που απελευθερώθηκαν για τον έναν ή τον άλλο λόγο υπέφεραν κάτω από το βάρος της λευκής υπεροχής που η (βασισμένη στην φυλή) σκλαβιά εδραίωσε στην αμερικανική κοινωνία. Στα λίγα μέρη όπου οι ελεύθεροι μαύροι είχαν κάποια μορφή κρατικής ιθαγένειας, τα δικαιώματά τους περιορίζονταν με τρόπους που υπογράμμιζαν την κατώτερη υπόστασή τους -σε αυτούς και σε όλους τους παρατηρητές. Οι πολιτειακοί νόμοι τόσο στις λεγόμενες Ελεύθερες Πολιτείες όσο και στις πολιτείες με σκλάβους χρησίμευαν ως προσχέδια για ένα σύστημα λευκής υπεροχής. Ακριβώς όπως το να είναι κάποιος μαύρος συσχετίστηκε με την κατωτερότητα και την έλλειψη ελευθερίας -σε ορισμένες δικαιοδοσίες, το μαύρο δέρμα δημιουργούσε το νομικό τεκμήριο μιας υποδουλωμένης κατάστασης- η λευκότητα συνδέθηκε με την ανωτερότητα και την ελευθερία.
Ο ιστορικός Έντμουντ Μόργκαν εξήγησε  το τι σήμαινε αυτό για την ανάπτυξη των αμερικανικών στάσεων σχετικά με την δουλεία, την ελευθερία και την φυλή -όντως, για τον αμερικανικό πολιτισμό συνολικά. Ο Μόργκαν υποστήριξε ότι η βασισμένη στην φυλή σκλαβιά, αντί να είναι μια αντίφαση σε μια χώρα που υπερηφανεύεται για την ελευθερία, έκανε την ελευθερία των λευκών ανθρώπων δυνατή. Το σύστημα που έβαλε τους μαύρους στο κάτω μέρος της κοινωνικής διαστρωμάτωσης μείωσε τις ταξικές διαιρέσεις μεταξύ των λευκών. Χωρίς μια μεγάλη ομάδα ανθρώπων που θα κατατασσόταν πάντοτε κάτω από το επίπεδο ακόμη και του φτωχότερου, πιο δυσαρεστημένου λευκού, η λευκή ενότητα δεν θα μπορούσε να διατηρηθεί. Επομένως, η αντιμετώπιση της κληρονομιάς της δουλείας, απαιτεί την αντιμετώπιση της λευκής υπεροχής που προηγήθηκε της ίδρυσης των Ηνωμένων Πολιτειών και που επέμεινε μετά το τέλος της νομιμοποιημένης δουλείας.
Σκεφτείτε, αντιθέτως, τι θα μπορούσε να είχε συμβεί αν υπήρχε νόμιμη δουλεία Ιρλανδών στην Βόρεια Αμερική. Οι Ιρλανδοί υπέφεραν διαβρωτικές διακρίσεις και υπέστησαν βάναυσα και σκληρά στερεότυπα για την υποτιθέμενη κατωτερότητά τους, αλλά δεν κρατήθηκαν ποτέ ως σκλάβοι. Αν είχαν υποδουλωθεί και στην συνέχεια ελευθερωθεί, υπάρχει κάθε λόγος να πιστεύουμε ότι θα το έβρισκαν ευκολότερο να αφομοιωθούν στον αμερικανικό πολιτισμό από ό, τι οι Αφροαμερικανοί.

Η υποδούλωσή τους θα αποτελούσε σημαντικό ιστορικό γεγονός, αλλά πιθανότατα δεν θα είχε δημιουργήσει μια κληρονομιά που συνδέει τόσο σταθερά το παρελθόν με το παρόν όπως έχει κάνει η νόμιμη δουλεία των Αφρικανών. Πράγματι, οι απόγονοι των λευκών μισθωτών υποτακτικών αναμείχθηκαν στην κοινωνία και σήμερα δεν υφίστανται στίγμα λόγω της κοινωνικής κατάστασης των προγόνων τους.
Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η δυνατότητα να συνδεθεί το καθεστώς του σκλάβου με ένα σύνολο γενικά αναγνωρίσιμων φυσικών χαρακτηριστικών -χρώμα δέρματος, μαλλιά, χαρακτηριστικά προσώπου- έκανε εύκολο το να πει κανείς ποιος ήταν επιλέξιμος για δουλεία και το να διατηρηθεί ένα σύστημα κοινωνικού ελέγχου επί των σκλάβων. Επίσης, διευκόλυνε την συνέχιση της οργανωμένης καταπίεσης αφότου η 13η τροποποίηση [του συντάγματος] τερμάτισε τη νόμιμη δουλεία το 1865. Δεν υπήρχε κίνητρο για τους λευκούς να αλλάξουν την στάση τους σχετικά με την φυλή, ακόμη και όταν δεν υπήρχε πλέον δουλεία. Η λευκότητα εξακολουθούσε να ισοδυναμεί με μια αξία, χωρίς να εξαρτάται από την οικονομική ή την κοινωνική κατάσταση. Το να είναι κάποιος μαύρος έπρεπε και πάλι να είναι υποτιμητικό για να εξασφαλίζεται η λευκή υπεροχή. Αυτός ο υπολογισμός λειτούργησε τόσο στις βόρειες πολιτείες όσο και στις νότιες.

ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ
Οι διαμορφωτές των Συνομοσπονδιακών Πολιτειών της Αμερικής (Confederate States of America) το κατάλαβαν αυτό καλά. Η φυλή έπαιξε έναν συγκεκριμένο και καθοριστικό ρόλο στην σύλληψή τους για την κοινωνία που ήθελαν να δημιουργήσουν. Εάν τα μέλη της επαναστατικής γενιάς αυτοπαρουσιάστηκαν ως αντίπαλοι ενός καταδικασμένου συστήματος και, στην περίπτωση του Τζέφερσον, παρουσίαζαν τις απειλητικές απόψεις περί φυλής ως απλές «υποψίες», τα Συνομόσπονδα εγγόνια τους εξέφρασαν την πλήρη υποστήριξή τους για την δουλεία ως έναν αέναο θεσμό, βασισμένο στην δική τους ανοιχτά εκφρασμένη πεποίθηση περί μαύρης κατωτερότητας. Τα ιδρυτικά έγγραφα της Συνομοσπονδίας, υπό τα οποία ζούσαν οι υποτιθέμενοι πολίτες αυτής της οντότητας, όπως οι Αμερικανοί ζουν υπό την Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας και το Σύνταγμα, διακήρυξαν ότι η αφρικανική δουλεία θα αποτελούσε τον «ακρογωνιαίο λίθο» της χώρας που θα δημιουργούσαν αφότου θα νικούσαν τον εμφύλιο πόλεμο. Το 1861, λίγες εβδομάδες πριν από την έναρξη του πολέμου, ο Alexander Stephens, αντιπρόεδρος της Συνομοσπονδίας, έθεσε τα πράγματα ξεκάθαρα :

«Το νέο σύνταγμα έχει ενταφιάσει, για πάντα, όλα τα ενοχλητικά ζητήματα που σχετίζονται με τον ιδιάζοντα θεσμό μας -την δουλεία των Αφρικανών όπως υπάρχει ανάμεσά μας- το κατάλληλο status του νέγρου στην δική μας μορφή του πολιτισμού. Αυτή ήταν η άμεση αιτία της καθυστερημένης ρήξης και της σημερινής επανάστασης. Ο Τζέφερσον στην πρόβλεψή του το περίμενε ως “βράχο πάνω στον οποίο η παλιά Ένωση θα διχαζόταν”. Είχε δίκιο. … Οι επικρατούσες ιδέες που διασκεδάστηκαν από αυτόν και τους περισσότερους από τους κορυφαίους πολιτικούς κατά τον σχηματισμό του παλαιού συντάγματος, ήταν ότι η δουλεία των Αφρικανών παραβίαζε τους νόμους της φύσης˙ ότι ήταν λάθος από πλευράς αρχών, κοινωνικά, ηθικά και πολιτικά. … Αυτές οι ιδέες, ωστόσο, ήταν θεμελιωδώς λανθασμένες. Στηρίχτηκαν στην υπόθεση της ισότητας των φυλών. Αυτό ήταν ένα σφάλμα.
Η νέα κυβέρνησή μας βασίζεται στην ακριβώς αντίθετη ιδέα˙ τα θεμέλιά της έχουν τοποθετηθεί, ο ακρογωνιαίος λίθος της έχει στηριχθεί, στη μεγάλη αλήθεια ότι ο νέγρος δεν είναι ίσος με τον λευκό˙ ότι η δουλεία -η υποταγή στην ανώτερη φυλή- είναι η φυσική και φυσιολογική κατάστασή του».
Παρά την σαφήνεια των λέξεων του Stephens, εκατομμύρια Αμερικανοί σήμερα αγνοούν -ή ίσως είναι απρόθυμοι να μάθουν- τους στόχους εκείνων που προσέτρεξαν στην αιτία της Συνομοσπονδίας. Αυτή η άγνοια έχει οδηγήσει πολλούς να πέσουν θύματα της ρομαντικής έννοιας των «επαναστατών», αγνοώντας ότι αυτοί οι αντάρτες είχαν σκοπό. Οι σύγχρονοι Αμερικανοί μπορεί να ανησυχούν για την υποκρισία και την αδυναμία της ιδρυτικής γενιάς, αλλά δεν υπήρχε τέτοια διστακτικότητα μεταξύ των κορυφαίων Συνομοσπονδιακών σε θέματα δουλείας και φυλής. Το ότι δεν πέτυχαν στο πεδίο της μάχης δεν σημαίνει ότι η φιλοσοφία τους πρέπει να αγνοηθεί υπέρ των αφηρημένων εννοιών «καθήκον», «τιμή» και «ευγένεια». Οι Αμερικανοί δεν πρέπει να εμπλακούν στην συζήτηση που επέλεξαν οι πρώην Συνομοσπονδιακοί μετά το τέλος του πολέμου και η σκλαβιά, τελικά, απέκτησε ένα κακό όνομα.
Χρειάστηκαν έως και τον 21ο αιώνα πολλοί Αμερικανοί για να αρχίσουν να απορρίπτουν την ιδέα της ανέγερσης αγαλμάτων ανδρών που πολέμησαν για να οικοδομήσουν μια σαφώς λευκή ρατσιστική κοινωνία. Για πολύ καιρό, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν αναβάλει έναν λογαριασμό με τις διαβρωτικές ιδέες για την φυλή που έχουν καταστρέψει τις ζωές και σπατάλησαν τα ταλέντα εκατομμυρίων ανθρώπων οι οποίοι θα μπορούσαν να είχαν συμβάλει στην χώρα τους. Το να αντιμετωπιστεί η κληρονομιά της δουλείας χωρίς να αμφισβητηθούν ανοιχτά οι φυλετικές συμπεριφορές που δημιούργησαν και διαμόρφωσαν τον θεσμό είναι σαν να αφήνεται απ’ έξω η πιο σημαντική μεταβλητή στην εξίσωση. Ωστόσο, οι συζητήσεις για την φυλή, ιδιαίτερα για τις φυλετικές συμπεριφορές κάποιου, είναι από τις δυσκολότερες συζητήσεις που καλούνται να κάνουν οι Αμερικανοί.
Αυτό το ζήτημα της κληρονομιάς της Συνομοσπονδίας έγινε τραγικά εμφανές το 2015, όταν ο λευκός ρατσιστής Dylann Roof  πυροβόλησε 12 μαύρους ενορίτες σε μια εκκλησία στο Τσάρλεστον της Νότιας Καρολίνας, σκοτώνοντας εννέα από αυτούς. Η ιστορία είχε δώσει στους προσκυνητές της Αφρικανικής Μεθοδιστής Επισκοπικής Εκκλησίας του Εμμανουήλ κάθε λόγο να είναι φιλύποπτοι για τον νεαρό άνδρα που εμφανίστηκε στο κατώφλι τους εκείνη την ημέρα, αλλά τον προσκάλεσαν στην συνάντηση της προσευχής τους. Παρόλο που, όπως είπε ο Roof, ήταν «καλοί» μαζί του, έπρεπε να πεθάνουν επειδή (ως εκπρόσωποι της μαύρης φυλής), σύμφωνα με τα λόγια του, βίαζαν τις «γυναίκες μας» και «καταλάμβαναν την χώρα μας». Η ανοικτότητα και η πίστη τους αντιπαρατέθηκαν στις εικόνες, που αργότερα αποκαλύφθηκαν, του Roof να ποζάρει με αυτό που έχει γίνει γνωστό ως η συνομοσπονδιακή σημαία και άλλη λευκή ρατσιστική εικονογραφία. Η βασική έννοια της Συνομοσπονδίας έγινε σπαρακτικά ζωντανή. Από εκείνη την στιγμή και μετά, η αδράνεια στο ζήτημα της εμφάνισης της συνομοσπονδιακής σημαίας, για πολλούς, δεν ήταν πλέον επιλογή. Ο Bree Newsome, ο ακτιβιστής που, δέκα μέρες μετά τους πυροβολισμούς, σκαρφάλωσε στο κοντάρι της σημαίας μπροστά από την Πολιτεία της Νότιας Καρολίνας και αφαίρεσε την σημαία της Συνομοσπονδίας που ανέμιζε εκεί, αντιπροσώπευε το νέο πνεύμα: η εμφάνιση συμβόλων λευκού ρατσισμού σε δημόσιους χώρους δεν ήταν πλέον ανεκτή.
Και αυτά τα σύμβολα υπερέβαιναν κατά πολύ τις σημαίες. Μνημεία για ανθρώπους που, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, προώθησαν την ιδέα της λευκής υπεροχής είναι διάσπαρτα σε όλη την χώρα. Αγάλματα συνομοσπονδιακών αξιωματούχων και στρατηγών στιγματίζουν πάρκα και δημόσια κτίρια. Ωστόσο, οι προτάσεις για την αφαίρεσή τους έχουν προκαλέσει έντονη αντίθεση. Λίγοι που αντιστέκονται στην αφαίρεση των αγαλμάτων επαινούν ανοιχτά τους στόχους της Συνομοσπονδίας, ανεξάρτητα από τις προσωπικές τους σκέψεις για το θέμα. Αντ’ αυτού, εγείρουν το φάσμα μιας ολισθηρής πορείας: σήμερα ο Jefferson Davis και ο Robert E. Lee˙ αύριο, ο George Washington και ο Thomas Jefferson. Ωστόσο, η αντιμετώπιση τέτοιων ολισθημάτων είναι μέρος της καθημερινής ζωής. Το πρόβλημα με την Συνομοσπονδία δεν είναι απλώς ότι οι ηγέτες της είχαν σκλάβους. Το πρόβλημα είναι ότι προσπάθησαν να καταστρέψουν την Ένωση και το έπραξαν σύμφωνα με ένα κατηγορηματικό δόγμα [υπέρ] της δουλείας και της λευκής υπεροχής. Σε αντιδιαστολή, η ιδρυτική γενιά, παρ’ όλα τα λάθη της, άφησε πίσω της αρχές και έγγραφα που επέτρεψαν στην αμερικανική κοινωνία να επεκταθεί σε κατευθύνσεις αντίθετες με τις αξίες της δουλοκτητικής κοινωνίας του Νότου και της Συνομοσπονδίας.
Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι τα κολέγια και τα πανεπιστήμια, που αποτελούν ιδανικά τον τόπο της έρευνας και του πνευματικού συναγωνισμού, έχουν παλέψει πιο έντονα σε αυτήν τη νέα εθνική συζήτηση. Πολλά από τα πιο διάσημα αμερικανικά πανεπιστήμια έχουν επωφεληθεί από τον θεσμό της δουλείας ή έχουν κτίρια που έχουν ονομαστεί από ανθρώπους που προώθησαν την λευκή υπεροχή. Το Μπράουν, το Τζωρτζτάουν, το Χάρβαρντ, το Πρίνστον και το Γέιλ, με το να ξεκινούν συζητήσεις στην πανεπιστημιούπολη, πραγματοποιώντας προγράμματα ιστορικής αυτο-μελέτης, και δημιουργώντας επιτροπές, συνέβαλαν στη μεγαλύτερη κατανόηση του κοινού για το παρελθόν και για το πώς θα μπορούσε να προχωρήσει η χώρα. Η δουλειά τους χρησιμεύει ως πρότυπο για τους τρόπους με τους οποίους άλλα ιδρύματα θα πρέπει να ασχολούνται με αυτά τα θέματα με σοβαρό τρόπο.

ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΜΕΝΗ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ
Παρ’ όλη την κριτική που του έχει επιβληθεί για τον ανεπαρκή ριζοσπαστισμό της φυλετικής του πολιτικής, ο Abraham Lincoln κατάλαβε ότι το κεντρικό ζήτημα για τις Ηνωμένες Πολιτείες μετά τον εμφύλιο πόλεμο ήταν το αν οι μαύροι θα μπορούσαν να ενσωματωθούν πλήρως στην αμερικανική κοινωνία. Προσπαθώντας να προχωρήσει μετά την σφαγή, επέστρεψε στις αρχικές αξίες. Στην ομιλία του στο Gettysburg, χρησιμοποίησε τις λέξεις της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας ως επιχείρημα για την χειραφέτηση των μαύρων και την ένταξή τους στη «νέα γέννηση της ελευθερίας» της χώρας. Το τι εννοούσε ο Λίνκολν με τα λόγια εκείνα, το πόσο μακριά ήταν διατεθειμένος να πάει τα πράγματα, θα παραμείνει άγνωστο. Αυτό που είναι ξεκάθαρο είναι ότι η Ανασυγκρότηση (Reconstruction), η σύντομη περίοδος ελπίδας μεταξύ των τεσσάρων εκατομμυρίων απελευθερωμένων Αφροαμερικανών, όταν στους μαύρους ανθρώπους δόθηκε το δικαίωμα ψήφου, όταν οι απελευθερωμένοι παντρεύονταν, επεδίωκαν εκπαίδευση, και εξελέγησαν αξιωματούχοι στο Νότο, θεωρήθηκε ως εφιάλτης από πολλούς λευκούς νότιους. Οι περισσότεροι από αυτούς δεν είχαν δικούς τους σκλάβους. Αλλά η δουλεία ήταν μόνο μέρος της ευρύτερης εικόνας. Συνέχισαν να βασίζονται στην φυλετική ιεράρχηση που είχαν αποκτήσει από τις αρχές του 1600, όταν οι πρώτοι Αφρικανοί έφτασαν στις βρετανικές αποικίες της Βόρειας Αμερικής. Αντί να φέρνουν ελεύθερους μαύρους στην κοινωνία, με την ελπίδα να ωθήσουν ολόκληρη την περιοχή προς τα εμπρός, επέλεξαν να κινηθούν προς τα πίσω, σε μια κατάσταση όσο το δυνατόν πιο κοντά στην δουλεία. Οι βόρειοι λευκοί, κουρασμένοι από το «πρόβλημα των Νέγρων», εγκατέλειψαν την Ανασυγκρότηση και άφησαν τους μαύρους ανθρώπους στο έλεος εκείνων που πριν τον πόλεμο τους έβλεπαν ως ιδιοκτησία και μετά από αυτόν ως χαμένα υπάρχοντα.
Ο ιστορικός David Blight περιέγραψε πώς η μετα-εμφυλιακή επιθυμία για συμφιλίωση μεταξύ λευκών του βορρά και λευκών του νότου άφησε πίσω τους Αφροαμερικανούς, με τρόπους που συνεχίζουν να διαμορφώνουν την αμερικανική κοινωνία. Ο Νότος δεν είχε το μονοπώλιο των πιστών στο δόγμα της λευκής υπεροχής. Παρά όλα όσα είχαν συμβεί, η φυλετική ιεράρχηση απέκτησε υπεροχή επί του φιλόδοξου σχεδίου να φέρει τους μαύρους Αμερικανούς πλήρη δικαιώματα του πολίτη όπως εκφράστηκαν στις τροπολογίες 13, 14 και 15 του Συντάγματος. Σε μια αντιστροφή του γνωμικού ότι η ιστορία γράφεται από τους νικητές, η χαμένη πλευρά του εμφυλίου πολέμου διηγήθηκε την ιστορία της δουλοκτητικής κοινωνίας τους με τρόπους ευνοϊκούς για αυτούς, μέσω βιβλίων, ταινιών και άλλης δημοφιλούς ψυχαγωγίας. Η αμερικανική κουλτούρα αποδέχτηκε την ιστορία που είπαν οι απολογητές της Συνομοσπονδίας για τους νότιους λευκούς και τους νότιους μαύρους.
Αυτό δεν ξεκίνησε να αλλάζει παρά μέχρι το δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα. Χρειάστηκε η ανάπτυξη της σύγχρονης μάθησης για την δουλεία και την Ανασυγκρότηση και ένα κίνημα πολιτικών δικαιωμάτων που αποτελείται από μαύρους, λευκούς και άλλες ομάδες από ολόκληρη την χώρα για να αρχίσει να αλλάζει τα πράγματα στο ζήτημα του ρόλου της λευκής υπεροχής στην αμερικανική κοινωνία.
Έκτοτε, οι μαύροι Αμερικανοί έχουν σημειώσει πολλές κοινωνικές και οικονομικές προόδους, αλλά πρέπει να γίνουν ακόμη πολλά. Ο de jure διαχωρισμός είναι νεκρός, αλλά ο de facto διαχωρισμός εφαρμόζεται σταθερά σε μεγάλο μέρος της χώρας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες εξέλεξαν δύο φορές έναν μαύρο πρόεδρο και είχαν μια μαύρη πρώτη οικογένεια, αλλά οι επόμενες προεδρικές εκλογές εξέφρασαν, εν μέρει, μια αντίδραση.

Μπαράκ Ομπάμα

Οι Αφροαμερικανοί είναι παρόντες σε όλους τους τομείς της ζωής, πάνω και κάτω στην οικονομική κλίμακα. Αλλά συνολικά, ο μαύρος πλούτος είναι ένα απλό κλάσμα του λευκού πλούτου. Η αστυνομική βαρβαρότητα και οι ρατσιστικές τακτικές επιβολής του νόμου έχουν δείξει ότι η Τέταρτη Τροποποίηση δεν εφαρμόζεται με την ίδια ισχύ στους μαύρους Αμερικανούς. Και η δολοφονία ένοπλων μαύρων από την αστυνομία σε πολιτείες όπου επιτρέπεται η εμφανής οπλοφορία έχει θέσει υπό αμφισβήτηση τα δικαιώματα των μαύρων βάσει της Δεύτερης Τροποποίησης. Για να γίνουν κατανοητά αυτά τα προβλήματα, αρκεί να δει κανείς όχι μόνο την ίδια την δουλεία αλλά και την πιο διαρκή κληρονομιά της: την διατήρηση της λευκής υπεροχής. Οι Αμερικανοί πρέπει να κάνουν μια προσπάθεια να αντιμετωπίσουν και τα δύο εάν θέλουν να κάνουν την χώρα τους να ανταποκριθεί στο ιδρυτικό της δόγμα.

ANNETTE GORDON-REED είναι καθηγήτρια Αμερικανικής Νομικής Ιστορίας στην έδρα Charles Warren στη Νομική Σχολή του Harvard και καθηγήτρια Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Harvard.

ΠΗΓΗ:  «Foreign Affairs, The Hellenic Edition»

 

 

 

 

Share this post