Ό,τι συνέθεσε έπος και τραγωδία στην Τηλλυριά

Ό,τι συνέθεσε έπος και τραγωδία στην Τηλλυριά

Πενήντα πέντε χρόνια από τη δεκαήμερη κρίση του Αυγούστου του 1964, με τους 57 νεκρούς και τους 160 τραυματίες.

 

Του Άντη Ροδίτη*

Στις 6 Αυγούστου 1964 ο μεσολαβητής των συνομιλιών Ελλάδας-Τουρκίας Ντην Άτσεσον ειδοποίησε από τη Γενεύη το Στέητ Ντιπάρτμεντ (Έγγραφο D.S., C.F., POL 23-8 CYP, 315 secret), ότι η Ελληνική Κυβέρνηση δεχόταν μόνο εγγυήσεις για την τ/κυπριακή μειονότητα. Δεν δεχόταν κανένα ξεχωριστό σύστημα διοίκησης της, ούτε σε επίπεδο επαρχίας ούτε σε επίπεδο χωριού. Οι συνομιλίες μπορούσαν να συνεχιστούν μετά την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, με θέμα την παραχώρηση βάσης τού ΝΑΤΟ με ενοίκιο 50 χρόνων, με τουρκικά στρατεύματα και Τούρκο διοικητή.
Την ίδια περίπου ώρα, που ο Άτσεσον σύντασσε το έγγραφο, οι Τούρκοι από το Λωρόβουνο στην Τηλλυρία εκδήλωναν σφοδρή επίθεση εναντίον των ελληνικών δυνάμεων. Τέσσερις εθνοφρουροί έπεσαν νεκροί, αλλά η επίθεση αποκρούστηκε. Έναν από τους νεκρούς αναγνώρισε η μάνα του «από το μπαλωμένο του εσώρουχο.»
Διπλωματία και ναπάλμ
Την επομένη 7 Αυγούστου στη διάρκειά της ελληνικής αντεπίθεσης τέσσερα τουρκικά αεροπλάνα άρχισαν να πολυβολούν την περιοχή Λίμνης και Μανσούρας. Μέχρι το βράδυ οι δυνάμεις τής Εθνικής Φρουράς είχαν καταλάβει το μεγαλύτερο μέρος τού Λωρόβουνου, πλην τής κορυφής. Στη μάχη έπεσαν μαχόμενοι ένας υπολοχαγός από την Ελλάδα και δύο Κύπριοι εθνοφρουροί.
Λίγο πριν τις αεροπορικές επιθέσεις, ο Άτσεσον έγραφε στο Στέητ Ντιπάρτμεντ (Έγγραφο N.S.F., Country File, Cyprus, Vol. 11, 325 secret , Box 121), ότι «ο λόγος για τον οποίο δεν φτάνουμε σε συμφωνία βρίσκεται πρωτίστως στην Αθήνα κι εκεί, πρωτίστως, στον Παπανδρέου. Δεν έκανε ούτε ένα βήμα στην κατεύθυνση τής συμφωνίας την οποία θα μπορούσε να εξασφαλίσει και να πάρει τα 9/10 όλων όσα ελπίζει».
Στην Κύπρο, στις 6.30 το πρωί τής 8ης Αυγούστου ολοκληρωνόταν η κατάληψη τού Λωρόβουνου με επίθεση τού 206 Τάγματος Πεζικού και της 31ης Μοίρας Καταδρομών. Γύρω στις 7.30 κατελάμβαναν τα πρώτα σπίτια τής Μανσούρας στα βορειοανατολικά των Κοκκίνων, παρ’ όλες τις επιθέσεις τής τουρκικής αεροπορίας που είχαν αρχίσει από το πρωί και διάρκεσαν μέχρι το απόγευμα. Στο πεδίο τής μάχης έφτασε με ελικόπτερο και ο Γεώργιος Γρίβας Διγενής με σκοπό να καθαρίσει εντελώς το προγεφύρωμα μέχρι τη θάλασσα. Την ίδια μέρα ο Αμερικανός πρέσβης στην Άγκυρα Ρέυμοντ Χέαρ ανέφερε στο Στέητ Ντιπάρτμεντ (έγγραφο D.S., C.F., POL 23-8 CYP, 229 secret) ότι ο Υπ. Εξ. της Τουρκίας Φεριντούν Ερκίν του είπε πως «δεν έπρεπε να γίνει η επίθεση στα Κόκκινα, όπως έγινε με τη Μανσούρα, όπου υπήρξαν βαριές απώλειες. Ο Ερκίν», συνεχίζει ο Χέαρ, «που μέχρι χθες παρουσιαζόταν ορκισμένος οπαδός τής τουρκικής επέμβασης, εμφανίζεται τώρα ως ο άνθρωπος που χρησιμοποιεί την επιρροή του υπέρ τής μετριοπάθειας.»
Ο ίδιος ο Νιχάτ Ερίμ, συνομιλητής τού Άτσεσον στη Γενεύη, γράφει στο ημερολόγιό του την 8η Αυγούστου: «Δεν πρέπει να το παίξουμε στα ζάρια. Καθίσταται αντιληπτό ότι δεν υπάρχει πια περίπτωση για στρατιωτική λύση στο Κυπριακό».

Άλλα η Αθήνα, άλλα Μακάριος και άλλα Γρίβας

Το σχέδιο και εισήγηση του Παπανδρέου προς τους Αμερικανούς (έγγραφο D.S., C.F., POL 23-8 CYP, 190 secret) να κηρυχθεί η Ένωσις, με μόνο όρο να συζητηθεί το θέμα των παραχωρήσεων στην Τουρκία μετά, βρισκόταν πολύ κοντά στην εκπλήρωσή του. Με μήνυμά του το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας τής Ελλάδος προς τη Στρατιωτική Διοίκηση Κύπρου ζήτησε να σταματήσει κάθε επιθετική ενέργεια. «Να εδραιωθούν οι κατεχόμενες θέσεις και να διατηρηθεί η υφιστάμενη περίσφιξης του τουρκικού προγεφυρώματος και ο έλεγχος της περιοχής».
Γεώργιος Γρίβας Διγενής και Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, ο καθένας για δικούς του λόγους, επέλεξαν να παρακούσουν.

Ο Γεώργιος Παπανδρέου έστειλε προς Μακάριο και Γρίβα το ιστορικό μήνυμα: «Άλλα συμφωνούμεν και άλλα πράττετε, επακολουθούν δε δυσμενέσταται συνέπειαι…” 

Τότε ήταν που ο Παπανδρέου έστειλε το ιστορικό μήνυμα και προς τους δύο: «Άλλα συμφωνούμεν και άλλα πράττετε, επακολουθούν δε δυσμενέσταται συνέπειαι. Τιθέμεθα τοιουτοτρόπως ενώπιον ερωτήματος κατά πόσον και κατά ποίον τρόπον δυνάμεθα να χωρήσωμεν προς το μέλλον».
Η τουρκική αεροπορία συνέχισε τις επιθέσεις της. Βομβάρδισε χωρίς δισταγμό αμάχους και μαχομένους, ζώα και αυτοκίνητα, γενικά ό,τι διέκριναν οι Τούρκοι πιλότοι να κινείται, μέχρι κι ένα μικρό νοσοκομείο κι ένα νοσοκομειακό αυτοκίνητο. Σκοτώθηκαν ένας γιατρός και τέσσερις άλλοι νοσοκόμοι και τραυματιοφορείς. Σύνολο νεκρών στρατιωτών και αμάχων 57. Πληγωμένοι περισσότεροι από 160. Ο Γεώργιος Γρίβας Διγενής διέταξε βομβαρδισμό των Κοκκίνων από τις ακταιωρούς Αρίων και Φαέθων. Το Φαέθων, με μηχανική βλάβη, καταστράφηκε στις 7.30 το βράδυ από την τουρκική αεροπορία με μεγάλες απώλειες. Το προγεφύρωμα δεν εξαλείφθηκε λόγω τής συνεχούς δράσης τής τουρκικής αεροπορίας.
Τις πρωινές ώρες τής 9 Αυγούστου, φάνηκαν 5 τουρκικά αντιτορπιλικά στα ανοικτά των Κοκκίνων. Γύρω στις 10.30 άρχισε νέος ισχυρός αεροπορικός βομβαρδισμός με 64 «εξόδους» τουρκικών βομβαρδιστικών-μαχητικών. Στις 14.00 ο Υπουργός Άμυνας τής Κύπρου Πολύκαρπος Γιωρκάτζης επέμενε, με οδηγίες του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, να ζητά άμεση επέμβαση τής Ελλάδος, αμφισβητώντας της το δικαίωμα να επέμβει, όταν και αν εκείνη το έκρινε αναπόφευκτο και εκθέτοντάς την στα μάτια τού κυπριακού λαού – που γαλουχήθηκε να τη θεωρεί «παντοδύναμη» – ως άστοργη και ανέμπιστη! Ο Γιωρκάτζης επαναλάμβανε, επίσης, στον Γαρουφαλιά, τα ίδια που είχαν λεχθεί και προς τις ΗΠΑ: Aν δεν σταματούσαν οι βομβαρδισμοί μέχρι τις 15.30 οι ελληνοκυπριακές δυνάμεις θα επιτίθονταν εναντίον τουρκικών χωριών. Ταυτόχρονα στη Λευκωσία γίνονταν προσπάθειες να οργανωθούν διαδηλώσεις εναντίον… τής Ελλάδος! Κάποιοι εμφανίστηκαν εδώ κι εκεί φωνάζοντας επιδεικτικά και ειρωνικά «μα πού είναι η μητέρα πατρίδα;»

Από τα συντρίμμια τουρκικού αεροσκάφου που καταρρίφθηκε στον Ξερό στις 9 Αυγούστου 1964 και στην κάτω φωτογραφία ο βομβαρδισμός της   ακταιωρού  «Φαέθων»

Η έξωθεν βοήθεια…

Στις 10 Αυγούστου οι εφημερίδες έγραφαν: «Με αγωνία ανέμενε ο κυπριακός λαός την ανταπόκριση τής Μόσχας στην έκκληση τού Μακαρίου για στρατιωτική βοήθεια, ενόψει τής τουρκικής απειλής για εισβολή. Ο Μακάριος ‘με δάκρυα εκ συγκινήσεως’ επισκέφθηκε τις πληγείσες από τους τουρκικούς βομβαρδισμούς κοινότητες. Εκεί αποκάλυψε ότι ‘βοήθεια εζητήθη ήδη και την αναμένωμεν’. Συγκεκριμένα έγινε λόγος για στρατιωτικά αεροπλάνα από τη Σοβιετική Ένωση, τα οποία θα στάθμευαν στην Κύπρο για την ενίσχυση της άμυνας του νησιού».

«Δεν μπορούμε να βασιστούμε στους Έλληνες ότι θα δράσουν υπέρ των συμφερόντων τους», γράφει χαρακτηριστικά Φίλιπς Τάλμποτ, Υφυπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ και πρέσβης στην Αθήνα από το 1965 έως το 1969.

Στο μεταξύ με την απόφαση 193 το Συμβούλιο Ασφαλείας καλούσε την Κυβέρνηση τής Τουρκίας να σταματήσει αμέσως τούς βομβαρδισμούς και την χρήση οποιουδήποτε είδους στρατιωτικών δυνάμεων εναντίον τής Κύπρου και, επίσης, καλούσε την Κυβέρνηση τής Κύπρου να διατάξει τις ένοπλές της δυνάμεις να παύσουν το πυρ αμέσως. Το ψήφισμα πήρε 9 ψήφους υπέρ, καμία εναντίον και δύο αποχές: Της Σοβιετικής Ένωσης και της Τσεχοσλοβακίας.

 

Το ημερολόγιο ενός διμοιρίτη

Στη διάρκεια των 10 περίπου ημερών που διήρκεσε η κρίση, έλαμψε από τη μια η ελληνική αρετή, η ανδρεία και η γενναιότητα, η αγάπη για την Ελλάδα ανάμεσα στους απλούς και άγνωστους στρατιώτες της, και από την άλλη δεν έχασε την ευκαιρία να δώσει ξανά το παρόν της, άφθαρτη και αναλλοίωτη από την εποχή τής Τροίας, αγέραστη, συνεχώς αχόρταγη και αξεδίψαστη για νέες ελληνικές συμφορές, η παλιά γνώριμη και αχώριστη σύντροφος μας, η δολερή Διχόνοια.
Ο διμοιρίτης Σάββας Μιχαηλίδης από τον Άγιο Παύλο Λευκωσίας, 21 ετών, έπεσε στις 11 Αυγούστου από έκρηξη παγιδευμένου βλήματος έξω από τα Κόκκινα. Ο Σάββας Μιχαηλίδης ήταν από τους λίγους εθνοφρουρούς που διατηρούσαν ημερολόγιο για όλες τις κινήσεις και τη δράση τής μονάδας του. Στις πρώτες σελίδες τού ημερολογίου του υπήρχαν οι χάρτες τής Ελλάδας και της Κύπρου. Γράφει, ανάμεσα σ’ άλλα…
«Στις 6 το πρωί η διμοιρία μου μπαίνει στη μάχη. Εμπρός πια. Έφοδος για γενική εκκαθάριση. Αρχίζουν μάχες με μεγαλύτερη ορμή και πείσμα. Καταλαμβάνουμε τρία υψώματα. Το ένα κατόπιν τού άλλου. Κεραυνοβόλα. Διανυχτερεύουμε μέσα στη φωτιά των μαχών. Αν δεν υπήρχε εκείνο το μακελειό θα μπορούσα να γράψω: ‘Νύχτα πανοραμική’. Στη θέση που βρισκόμαστε κινδυνεύουμε κάπου-κάπου κι από τούς δικούς μας. Οι όλμοι πέφτουν κι από τις δυο πλευρές σαν βροχή. Τρεις δικοί μας τραυματίζονται. Την επομένη βρεθήκαμε απότομα στο κέντρο τής κόλασης. Από τους βομβαρδισμούς άναψε και μαίνεται μια πυρκαγιά. Ο αέρας φυσά μανιασμένος κι η φωτιά έρχεται καταπάνω μας, να κάψει και να καταστρέψει τα πάντα. Ύστερα αλλάζει κατεύθυνση, προς τον εχθρό. Τότε όλα τα φανταράκια μας, μαζί με τους δυο λιovταρόκαρδoυς αξιωματικούς μας, χύνονται σαν χείμαρροι. Εμπρός λεβέντες. Αέρα. Η ιαχή καλύπτει τα φαράγγια και τις βουνοκορφές. Και o αντίλαλος φτάνει μέχρι τα χαλάσματα των βομβαρδισμένων χωριών. Οι καημένοι χωρικοί τής Τηλλυριάς ας φωνάξουν μαζί μας: Ζήτω η ελευθερία. Γι’ αυτήν αγωνιζόμαστε και γι’ αυτήν ας πεθάνουμε».
Ο Σάββας Μιχαηλίδης ήταν ο πρώτος που μαζί με τον στρατιώτη Ιωάννη Μενελάου από το γειτονικό χωριό Μοσφίλι και τον ανθυπολοχαγό Πολυζώη, ύψωσαν την ελληνική σημαία στην κορφή τού Λωρόβουνου το πρωί του Σαββάτου 8 Αυγούστου 1964.

Ο κ. Άντης Ροδίτης είναι ερευνητής, συγγραφέας και λογοτέχνης. Τα ενυπόγραφα κείμενα απηχούν τις απόψεις του συγγραφέα.

ΠΗΓΗ: “Καθημερινή” Κύπρου, 10.08.2019

Share this post