Ηρωϊκά και πένθιμα άσματα για την Σμύρνη.

Ηρωϊκά και πένθιμα άσματα για την Σμύρνη.

‘Τώρα οι επαναστάσεις όλες είχαν κάνει το δρόμο τους, κι ένα λουλούδι ξανατολμούσε ν’ αρθρώσει το όνομά του’ (Οδ. Ελύτης, Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο).

Του Νίκου Β. Παπουτσόπουλου

Μνήμες της απέναντι ακτής, της ακτής της μεγάλης, ανάμεσα σε χαρές και δάκρυα και νοσταλγίες ονείρων και πατρίδων που έσβησε η λήθη των χρόνων, αναπολούν με ιστορίες και καταγραφές και προσωπικές διηγήσεις οι επέτειοι της μεγάλης καταστροφής και της θλιβερής μετοικεσίας. Αναμνήσεις κι προσωπικές μαρτυρίες που επαναφέρουν την άλλην ατμόσφαιρα προ της τραγωδίας του ολέθρου και της καταστροφής. Μνήμες μιας θρυλικής και ανεπανάληπτης ζωής της πρωτεύουσας της Ιωνίας, πυρήνας της οποίας ήταν η εύπορη ελληνική τάξη, που ενίσχυε η ποικιλόχρωμη αριστοκρατία των ξένων διπλωματών των διπλωματικών αποστολών της Δύσης που έφθαναν έως εδώ, στην όαση της χαράς και της ελευθερίας, στην πόλη του πολιτισμού και της προόδου, όπου κυριαρχούσε η παρουσία των Ελλήνων: στην Σμύρνη, την ελληνική πολιτεία που άλλοτε αποτελούσε την πιό ελκυστική, πιό ευρωπαϊκή, ή την πιό διαφορετική και αλλοιώτικη απ’ όλες τις πόλεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αναμνήσεις ευδαίμονος βίου αλλά και μνήμες οδύνης και θρήνου και μνήμες γενοκτονίας που αδυνατεί να θεραπεύσει η απόδοση ευθυνών σε εταίρους και συμμάχους, σε πολιτικούς μεγαλοϊδεατισμούς, που έθαψε ο θρήνος των Ελλήνων της Μικράς Ασίας. Στην συμπλήρωση εκατονταετηρίδας από την μεγαλύτερη συμφορά του Νεότερου Ελληνισμού, στην συμπλήρωση εκατό ετών από την εποχή που η φίλη και σύμμαχος γείτων κατόρθωσε να εξοντώσει εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες και Αρμένιους Χριστιανούς, αναθρώσκουν στο παραλήρημα των τουρκικών προκλήσεων τα δεινά και τα πάθη των Ελλήνων της απέναντι ακτής, της ακτής της μεγάλης: αρπαγές και λεηλασίες, καταστροφές ναών και ευαγών ιδρυμάτων, περιώνυμων σχολών και επιχειρήσεων, παράλληλα με τον ευτελισμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Μνήμες μαρτυρίων με τους βασανισμούς των αιχμαλώτων, τους ακρωτηριασμούς και την θανάτωση ανηλίκων και βρεφών, τους βιασμούς και την ηθική οδύνη, την ατμόσφαιρα τρόμου και πανικού, τις πορείες θανάτου και αφανισμού, τις δημόσιες αυτοδικίες, τις εκτελέσεις ύστερα από τις αποφάσεις των τουρκικών Δικαστηρίων της Ανεξαρτησίας.

Μνήμες της Ιωνίας, μνήμες της Σμύρνης, που έκλεισαν βαθιά στις σκέψεις όσοι κατόρθωσαν να φθάσουν ύστερα από ταλαιπωρίες και βασάνους στην πτωχή και αδύναμη οικονομικά Ελλάδα, από την μυθική ακτή, την ακτή την απέναντι, την μεγάλη, διέσωσαν αφηγήσεις και διηγήματα και ημερολόγια και συνεντεύξεις Ελλήνων που βίωσαν τις τραγικές στιγμές του αφανισμού και του ολέθρου.

Η συγγραφέας Λίνα Μπένου

Θρυλική ωστόσο παραμένει πάντοτε η κοσμική ζωή της πρωτεύουσας της Ιωνίας, πυρήνας της οποίας ήταν η εύπορη ελληνική τάξη: ‘Τα πολυτελή ξενοδοχεία του λιμανιού, με κυρίαρχο το περίφημο “Κραίμερ”, γέμιζαν από ξενόφερτο κόσμο, που ερχόταν να περάσει λίγες μέρες στην όμορφη πόλη, με τον ευρωπαϊκό αέρα, που όμοιά της δεν υπήρχε άλλη σ’ ολόκληρη την Ανατολή. Ήταν πολύ φυσικό, λοιπόν, να αποτελεί πόλο έλξης. Ιδίως το λιμάνι, του οποίου η πρόσοψη ήταν αρχοντική. Συνδύαζε τη γραφικότητα με τη χλιδή, μαρτυρώντας την οικονομική ευμάρεια που επικρατούσε. Με τα νεοκλασικά του κτίρια, έργα σπουδαίων αρχιτεκτόνων και τα ακριβά μαγαζιά κατά μήκος του, από το Κονάκι μέχρι το σταθμό του τρένου’, υπενθυμίζει η συγγραφέας Λίνα Μπένου στο βιβλίο της ‘Το τραγούδι της γιαγιάς‘.

‘Ήταν εκεί, στην μυθική ακτή, στην κοσμοπολίτικη και πολυάνθρωπη παραλία του ‘Και’, και τριγύρω ‘η Γη της Επαγγελίας με τα βουνά τόσο ψηλά, που ποτές δε λιώνει το χιόνι στις κορφές. Το κουβαλάνε το καλοκαίρι με τους αραμπάδες στον κάμπο, κάνουν παγωμένα σερμπέτια από μέλι και τριαντάφυλλο, μα δροσίζουνται. Εκεί πέρα κυματίζουν οι χρυσές θάλασσες των ασταχυών, και με τ’ αποθερίσματα χορταίνουν τα πουλιά τ’ ουρανού. Μαζεύουν κι οι φτωχοί τη σοδειά τους και περνούν τον κακό χειμώνα πλάϊ στο παραγώνι, χωρίς το χτυποκάρδι της πείνας. Εκεί τρέχουν τα μεγάλα ποτάμια ροδοζάχαρη και γάλα. Εκεί δένουν τ’ αμπέλια τις κληματίδες τους στα ψηλά λεύκα, και κρεμάζουν σταφύλια, μεγάλα σα μωρά. Στ’ ακρογιάλια της βούιζαν από τη χαρούμενη ζωή οι μεγάλες χριστιανικές πολιτείες, αλογάριαστο ψυχομέτρι. Οι Ρωμιοί ζούσαν ευτυχισμένοι ανάμεσα στους αγαθούς ανατολίτες κι ο Θεός βλογούσε όλο τον κόσμο. Πλήθαινε τ’ αγαθά’.

‘Μέσα από τα αποστάγματα μνήμης’ μιάς γιαγιάς, της πρόγονής της, η Λίνα Μπένου, συγγραφέας του βιβλίου Το τραγούδι της γιαγιάς, ή ενός ιδιαίτερα ευαίσθητου και πρωτότυπου ‘μυθιστορήματος για τους πρόσφυγες της Μικράς Ασίας’, τους πρόσφυγες της απέναντι ακτής, της ακτής της μυθικής και μεγάλης, προσκαλεί τον αναγνώστη με αμεσότητα κομψή διήγηση στην συμμετοχή και την μέθεξη των εμπειριών των βιωμάτων της ‘άλλης ευδαίμονος ζωής’ αλλά και του πόνου της βίαιης μετοικεσίας, της απώλειας και του πόνου: ‘Και κάθε φορά που τα μάτια της υγραίνονταν και η φωνή της άρχιζε να τρέμει, αλλάζαμε κουβέντα, για να απαλύνουμε λίγο τη βασανισμένη της ψυχή από τη συναισθηματική φόρτιση που της προκαλούσε η αφήγηση’. Την ατμόσφαιρα αυτήν ακριβώς μεταφέρει η συγγραφέας καθώς αποδίδει τις ‘περιγραφές των ωμών σκηνών και των φρικαλεοτήτων που έζησε’, η πρόγονή της και καταγράφει με λεπτότητα και ιδιαίτερη στοργή έναν ‘άλλο κόσμο’, που απόλαυσε την ειρήνη και βίωσε παράλληλα την σκληρότητα του κατακτητή. Οι μαρτυρίες ‘οπως και Το τραγούδι της γιαγιάς ‘έφτασαν στα αυτιά μου πολύ αργότερα, μέσω του πατέρα μου, καθώς στις δικές της διηγήσεις πήγαινα ακόμη σχολείο και η ίδια απέφευγε να στέκεται σε τέτοια γεγονότα, τα περνούσε επιδερμικά, χωρίς λεπτομέρειες, για να μη μαυρίζει την παιδική μου ψυχή. Δεν είχε άδικο. Τα σκληρά και απάνθρωπα γεγονότα δε χωράνε στον ανθρώπινο νου, μοιάζουν με αποκυήματα της πιο νοσηρής φαντασίας.
Της γιαγιάς μου της άρεσε να περιγράφει την ομορφιά της πόλης, όπου γεννήθηκε και πέρασε τα
παιδικά της χρόνια, της αγαπημένης της Σμύρνης και αναφερόταν σε κάθε γωνιά, σε κάθε στενό της’, υπογραμμίζει η συγγραφέας. ‘Η γιαγιά μου γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1909. Στο σπίτι έμενε με τους γονείς της, τα πέντε αδέλφια της, τη γιαγιά και το θείο της. Τις μέρες της μεγάλης γενοκτονίας, οι Τούρκοι μπήκαν στο σπίτι, το λεηλάτησαν και σκότωσαν τη γιαγιά και το θείο της. Η οικογένεια βρήκε καταφύγιο, για μια νύχτα, στην εκκλησία της Αγίας Φωτεινής, τη Μητρόπολη της Σμύρνης, όπου οι Τούρκοι εισέβαλαν και πήραν τους άντρες, μαζί και τον πατέρα της, που από τότε δεν ξαναείδε. Το επόμενο πρωί, έφυγαν από το ναό και πήγαν στο λιμάνι, ελπίζοντας να βρουν τρόπο να εγκαταλείψουν την πόλη που φλεγόταν, βιώνοντας τραγικές σκηνές, που δύσκολα περιγράφονται’, σύμφωνα με την συγγραφέα καθώς αναπολεί και μεταφέρει στον αναγνώστη το ‘τραγούδι του πληγωμένου του Εσκί Σεχίρ’, ή Το τραγούδι της γιαγιάς, που ένωνε την οικογένεια’.  ‘Eίχα στα χέρια μου’, γράφει η Λίνα Μπένου, ένα πολύτιμο και ζωντανό κειμήλιο, ‘ένα τραγούδι με τίτλο “Ο πληγωμένος του Εσκί Σεχίρ”, που μιλά για την υπέρτατη θυσία, την ανυπέρβλητη προσφορά της μάνας, που δίνει χωρίς να βαρυγκωμά, το μονάκριβο παιδί της να πολεμήσει, επειδή το ζητά η πατρίδα.

Έτσι, δημιουργήθηκε αυτό το μυθιστόρημα που περιγράφει την πορεία ζωής μιας γυναίκας, που βίωσε την καταστροφή της Σμύρνης σε μικρή ηλικία, είδε μπροστά στα μάτια της να σφάζουν τη μητέρα της και χωρίστηκε από τον αδελφό της. Έχοντας σαν τελευταίο ενθύμιο από την πατρίδα της τη φωτιά στα μάτια, οδηγήθηκε πρώτα στη Λέσβο, ύστερα στον Πειραιά, και αργότερα, στις παράγκες του Περιστερίου, όπου και μεγάλωσε με μια χήρα γυναίκα, που πήρε αργότερα το ρόλο της δεύτερης μάνας, χωρίς ποτέ να λησμονεί την πατρίδα και την οικογένειά της.

Σύμμαχός της, ένα τραγούδι, το τραγούδι της γιαγιάς, Ο πληγωμένος του Εσκί Σεχίρ, σαν πολύτιμη παρακαταθήκη, οικογενειακή κληρονομιά και συνδετικός κρίκος της ιστορίας, να τη συντροφεύει, να της δίνει δύναμη και να οδηγεί τον αναγνώστη στην κάθαρση, με την κορύφωση ενός ανατρεπτικού και ανέλπιστου τέλους.

Η Μικρασιατική καταστροφή, με τα τραγικά επακόλουθά της, αποτελεί μία από τις πιο σημαντικές
και συνάμα πιο μελανές σελίδες της Ιστορίας μας. Τόσες ψυχές που χάθηκαν δε σώπασαν ποτέ.
Μιλούν μέσα από τις διηγήσεις αυτών που σώθηκαν και εκδιώχτηκαν, γράφουν τη δική τους Ιστορία και ζουν μέσα από αυτήν.
Έχουν γραφτεί πολλά βιβλία με το συγκεκριμένο θέμα’ επισημαίνει η Λίνα Μπένου, ‘θεωρώ, όμως, ότι όσα και να γραφτούν ακόμη, ποτέ δε θα είναι αρκετά. Οφείλουμε να μεταλαμπαδεύουμε την Ιστορία μας στις επερχόμενες γενιές, να την κληροδοτούμε, να μην την ξεχνάμε ποτέ και να διδασκόμαστε από αυτή, γιατί η Ιστορία αποτελεί το συνδετικό κρίκο του παρελθόντος με το παρόν και στα σπλάχνα της κυοφορείται το μέλλον. Είναι ο ομφάλιος λώρος, μέσα από τον οποίον έρχονται στο σήμερα οι ζυμώσεις και οι χυμοί του χτες, είναι οι ρίζες μας, είναι οι καταβολές μας, είμαστε εμείς οι ίδιοι.
Τα γεγονότα που παρατίθενται έχουν σκοπό να κρατήσουν στη μνήμη μας τις δύσκολες εποχές που
έζησαν οι πρόγονοί μας’ (Λίνα Μπένου, Το τραγούδι της γιαγιάς, εκδόσεις Όστρια).

 

 

 

Share this post