Το ψεύδος στο τουρκικό αφήγημα

Το ψεύδος στο τουρκικό αφήγημα

Ο ρόλος της συστηματικής προβολής αναληθειών εντός και εκτός Τουρκίας

Του Αντώνιου Πλατιά*

Στην ψυχιατρική, ενώ το ψέμα αποτελεί διαχρονικά αναπόσπαστο τμήμα της ανθρώπινης αλληλεπίδρασης, η φανταστική ψευδολογία (Pseudologia fantastica) συνιστά την ψυχοπαθολογική της διάσταση. Στην φανταστική ή παθολογική ψευδολογία που συναντάται και ως παθολογικό ψέμα, μυθομανία, ή σύνδρομο εξαπάτησης, το άτομο ψεύδεται εκουσίως και επανειλημμένα, δημιουργώντας φανταστικές και ενδιαφέρουσες ιστορίες που συνήθως εκφράζουν τους «ευσεβείς πόθους» του, και τις οποίες εξιστορεί υπερβάλλοντας για τον ρόλο του σε αυτές, ενώ πολλές φορές καταλήγει στο να πιστεύει ακόμα και ο ίδιος τα ψεύδη του [1]. Οι ιστορίες είναι συχνά δραματικές, υπερβολικά λεπτομερείς ή περίπλοκες και είναι δυσανάλογες με τα γεγονότα της πραγματικότητας. Συνήθως απεικονίζουν το άτομο ως το θύμα ή τον ήρωα και δίνουν μια αίσθηση ότι επιδιώκουν την συμπόνια ή τον θαυμασμό [2].

 

————————————————————–

ΦΩΤΟ ΕΠΑΝΩ: Ο πρόεδρος της Τουρκίας, Ταγίπ Ερντογάν, κατεβαίνει τις σκάλες ανάμεσα σε στρατιώτες που φορούν παραδοσιακές στρατιωτικές στολές από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, στο Προεδρικό Μέγαρο στην Άγκυρα, στις 12 Ιανουαρίου 2015. REUTERS/Adem Altan
—————————————————–

Τα αίτια της παθολογικής ψευδολογίας σχετίζονται με την αποστασιοποίηση του ατόμου από την πραγματικότητα λόγω έλλειψης συναισθήματος και ψυχρότητας του χαρακτήρα του, και μπορούν να αναζητηθούν στην ανάγκη για αποδοχή, στην αδυναμία αντιμετώπισης της απόρριψης, σε συναισθήματα ντροπής, στην έλλειψη αυτοπεποίθησης, σε λανθάνουσες ανασφάλειες, σε τραυματικά γεγονότα του παρελθόντος, στην αδυναμία αποδοχής της πραγματικότητας και, εν κατακλείδι, στην ανάγκη του παθολογικού ψεύτη να γίνει αποδεκτός από το περιβάλλον του αλλά ακόμα κι από τον ίδιο του τον εαυτό, σαν κάποιος άλλος, καλύτερος από αυτός που πράγματι είναι [3].

Η ανάγκη του παθολογικού ψεύτη να καταφύγει στη μυθοπλασία σε συνδυασμό με την αλάνθαστη πεποίθηση του Γκαίμπελς ότι «ακόμα και το μεγαλύτερο ψέμα αν λέγεται συνέχεια μπορεί να γίνει πιστευτό», διαστρέφει πλήρως την πραγματικότητα και εντέλει τον κάνει πιστευτό από τους γύρω του. Ο παθολογικός ψεύτης είναι συνήθως νάρκισσος κι επιζητά αδιάκοπα την προσοχή των άλλων. Αυτή η προσοχή που αναζητά μαζί με την καταναγκαστική ανάγκη για αναγνώριση και επιβράβευση, τροφοδοτούν την λεκτική του επιμονή.

Αυτό που έχει επίσης ενδιαφέρον είναι τα άτομα που επιλέγει να έχει γύρω του. Επιθυμεί να συναναστρέφεται με άτομα υψηλού κύρους κι επιπέδου ώστε να αντλεί εμμέσως κύρος και αναγνωρισιμότητα. Αν ο παθολογικός ψεύτης αποκαλυφθεί, τότε οργίζεται, δραματοποιεί την συμπεριφορά του και αυτοθυματοποιείται, αλλά πάντως δεν αποδέχεται τα ψεύδη του [4]. Στο τέλος, αν ο παθολογικός ψεύτης αποκαλυφθεί αλλά δεν αποδεχθεί τον εαυτό του και την πραγματικότητα, απομονώνεται από το περιβάλλον του και -έχοντας πιστέψει τα ψεύδη του- κατηγορεί μόνο τους άλλους για την εγκατάλειψή του.

Ας μεταφερθούμε τώρα στο πεδίο των διεθνών σχέσεων. Η συμπεριφορά των σουλτάνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας τουλάχιστον κατά το τελευταίο τέταρτο της ύπαρξής της, ήταν τέτοια που να επιβεβαιώνει σχεδόν όλες τις παραπάνω περιγραφές. Μη έχοντας γίνει ποτέ αποδεκτή από τις τότε Μεγάλες Δυνάμεις ως ισότιμη, και μη έχοντας αντιληφθεί την επερχόμενη πραγματικότητα, η αυτοκρατορία προέβαινε σε κάθε είδους απεγνωσμένες έως και γραφικές ενέργειες για να αναγνωρισθεί ως τέτοια, κάτι που δεν κατάφερε εντέλει ποτέ αφού -μεταξύ πολλών άλλων λόγων- η αυταπάτη της υπερεκτίμησης των δυνατοτήτων της προκάλεσε την κατάρρευσή της.

Αμέσως μετά, η διάδοχη Τουρκική Δημοκρατία κληρονόμησε, από την ίδρυσή της το 1923, την διοικητική παράδοση, την εμπειρία, αλλά και τις εγγενείς παθογένειες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, μαζί και μια ιδιότυπη μίξη μεγαλομανίας και επαρχιωτισμού της Πύλης, όταν, για παράδειγμα, οι Σουλτάνοι έχτιζαν παλάτια σε ευρωπαϊκά πρότυπα για να μιμηθούν και να εντυπωσιάσουν τους Ευρωπαίους Αυτοκράτορες. Μη μπορώντας να ξεφύγει από την παγίδα της ιστορικής επαναληψιμότητας ως φάρσας, ο νυν Πρόεδρος της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, έχτισε ένα τεράστιο προεδρικό μέγαρο κατοικίας και διοίκησης, το οποίο ειδικά ο φιλοκυβερνητικός Τύπος δε χάνει ευκαιρία να το αποκαλεί ως Αk Saray (δηλ. Λευκό Παλάτι) παραλληλίζοντάς το προφανώς με τον Λευκό Οίκο.

Κατά σύμπτωση ή όχι, όπως κατά το τελευταίο τέταρτο της Οθωμανικής διακυβέρνησης, έτσι και κατά το τελευταίο τέταρτο της διακυβέρνησης Ερντογάν η τουρκική διοίκηση αρνούμενη την διεθνή και περιφερειακή γεωπολιτική και νομική πραγματικότητα, φαίνεται ότι έχει πιστέψει ως αληθή τα τερατώδη ψέματα που χρησιμοποιεί ως βάση για τις μονομερείς και νομικά μετέωρες διεκδικήσεις όχι μόνον έναντι της χώρας μας αλλά και έναντι άλλων. Αυτό δεν έγινε τυχαία. Από την δεκαετία του 1960 κιόλας, η Τουρκία άρχισε πολύ δειλά να διαμορφώνει μια σειρά άτυπων επιχειρημάτων τα οποία συνέθεταν ένα παράλογο πλέγμα διεκδικήσεων, για τα οποία ούτε και οι ίδιοι οι κρατικοί φορείς δεν πίστευαν ότι θα μπορούσαν ποτέ να αποκτήσουν διπλωματικά ή νομικά ερείσματα. Αργότερα, και ιδιαίτερα μετά το 1974, τα επιχειρήματα αυτά κέρδιζαν όλο και περισσότερο έδαφος στο εσωτερικό της τουρκικής γραφειοκρατίας αλλά δεν επιχειρήθηκε ποτέ να τεθούν συνολικά, ούτε στο πεδίο των όποιων επαφών με την Ελλάδα ούτε στα διεθνή fora, διότι ο αρκετά επιδραστικός την εποχή εκείνη Τούρκος ακαδημαϊκός και διπλωμάτης Hüseyin Pazarci μάλλον δεν πίστεψε ποτέ ότι θα μπορούσαν να αποτελέσουν σοβαρή επιχειρηματολογία στο πλαίσιο του Διεθνούς Δικαίου, ιδιαίτερα αντισταθμιζόμενα υπό το ειδικό βάρος της αντικείμενης νομικής επιχειρηματολογίας του επί έτη επικεφαλής της ΥΠΕΞ/ΕΝΥ αείμνηστου Καθηγητή Διεθνούς Δικαίου, Κωνσταντίνου Οικονομίδη.

Παράλληλα, σε μια Τουρκία όπου η παιδεία και η ακαδημαϊκή έρευνα δεν ήταν ποτέ ανεξάρτητες και αυτόνομες, αλλά συνεχίζουν να κατευθύνονται από τις ανάγκες επιχειρηματολογικής υποστήριξης του εκάστοτε κρατικού αφηγήματος, άρχισε να δημιουργείται μια κατά παραγγελία ευρύτατη ποσοτική παρακαταθήκη συγγραμμάτων, δημοσιεύσεων και αρθρογραφίας σε θέματα εξωτερικής πολιτικής και ιδιαιτέρως πάνω στα θέματα των ελληνοτουρκικών διαφορών, εντυπωσιακή σε αναθεωρητική ευρηματικότητα και σαφώς μεγαλύτερη σε όγκο από όσο η αντίστοιχη ελληνική. Μια απλή αναζήτηση στο διαδίκτυο για θέματα Διεθνούς Δικαίου, ενέργειας, και πολιτικής που να αφορούν στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο θα καταδείξει το πόσο πολύ έχει ασχοληθεί η τουρκική ακαδημαϊκή και δημοσιογραφική κοινότητα με αυτά (και μάλιστα στην αγγλική γλώσσα, απευθυνόμενη προφανώς σε αναγνώστες τρίτων χωρών) και πόσο λίγο η αντίστοιχη ελληνική, η οποία μάλιστα απευθύνεται σχεδόν αποκλειστικά στο ελληνικό κοινό. Το τελευταίο δεν είναι παράδοξο. Όταν θεωρείς ότι έχεις δίκιο, δε χρειάζεται να πείσεις τον εαυτό σου για αυτό, δυστυχώς όμως έχεις την εσφαλμένη εντύπωση ότι δε χρειάζεται να πείσεις και κανέναν τρίτο. Κι έτσι, ιδιαίτερα μετά το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1990 (και ιδιαιτέρως μετά από την κρίση των Ιμίων το 1996), η παραγωγή ακαδημαϊκής γνώσης και αρθρογραφίας στα παραπάνω θέματα αναπτύχθηκε δυσανάλογα εις βάρος της ελληνικής από μια νέα γενιά Τούρκων συγγραφέων ακαδημαϊκών και αρθρογράφων που προωθούν συστηματικά τα κάποτε απίστευτα επιχειρήματα της Άγκυρας, προσπαθώντας να τα μετατρέψουν από εξωφρενικές μονομερείς διεκδικήσεις σε υπό συζήτηση διμερείς διαφορές.

Η περίοδος εκείνη ήταν ιδιαίτερα κατάλληλη για πολλούς λόγους. Από τη μια το χαλαρό ενδιαφέρον της ελληνικής πλευράς που οφειλόταν μεταξύ άλλων στον ευσεβή πόθο -ή μάλλον ψευδαίσθηση- ότι μέσω της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα λύνονταν ως δια μαγείας όλα τα ελληνοτουρκικά προβλήματα, και από την άλλη η εσωτερική συγκυρία της Τουρκίας, στην οποία από το 2003 ο νυν Πρόεδρος χειραγωγεί αριστοτεχνικά τον τουρκικό λαό προσφέροντάς του -εσχάτως ελλείψει άρτου-, θεάματα και εθνικιστικά οράματα, δημιούργησαν τις προϋποθέσεις συνειδητής κυβερνητικής επιλογής για την «αναβάθμιση» των ψευδολογημάτων των προηγούμενων δεκαετιών σε άξιες λόγου και βάσιμες προς συζήτηση πεποιθήσεις.

Σε αυτή τη μετατροπή συνετέλεσε και μια από τις παρακαταθήκες που δημιούργησε ο Ερντογάν προκειμένου να διατηρηθεί ψηλά στην εκλογική προτίμηση του τουρκικού λαού, ο οποίος παραδοσιακά αρέσκεται, γοητεύεται, και τελικά έλκεται από τον άκρατο μεγαλοϊδεατισμό, την επιτηδευμένη επικότητα, και την επιστροφή σε ένα μεταμοντέρνο αφήγημα ψευδεπίγραφου μεγαλείου νεο-οθωμανικού χαρακτήρα. Αυτή δεν είναι άλλη από την κλιμακούμενη πλειοδοσία του συνόλου σχεδόν των κοινοβουλευτικών κομμάτων σε εθνικιστική ρητορική. Από αυτή την ρητορική όποια διάδοχη πολιτική κατάσταση κι αν προκύψει, δύσκολα θα μπορέσει να απεμπλακεί -ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι θα θελήσει- δεδομένου ότι οι προσδοκίες εθνικής υπεροχής που έχουν καλλιεργηθεί είναι πολύ υψηλές και σχεδόν μη αναστρέψιμες.

Και αυτό είναι το πλέον επικίνδυνο. H συστηματική μετατροπή της ψευδολογίας σε συστημική πεποίθηση παρέσυρε ήδη μια ολόκληρη γενιά Τούρκων όχι μόνο στο να πιστεύουν ακόμα και τις πλέον τερατώδεις μονομερείς διεκδικήσεις της Άγκυρας ότι π.χ. δικαίως η Τουρκία διεκδικεί τα EGAYDAAK (αρκτικόλεξο που προέρχεται από τη φράση Egemenliği Antlaşmalarla Yunanistan’a Devredilmemiş Ada, Adacık ve Kayalıklar και σημαίνει Νήσοι, Νησίδες και Βραχονησίδες η Κυριαρχία των Οποίων Δεν Έχει Μεταβιβαστεί στην Ελλάδα Με Συνθήκες) και ότι αυτό είναι και η πηγή των «προβλημάτων του Αιγαίου», ή ότι η Τουρκία διεκδικεί κυριαρχία και κυριαρχικά δικαιώματα εντός των ορίων της «Γαλάζιας Πατρίδας» όπως εσχάτως εικάζει μια σειρά συγγραφέων όπως οι Ali Kurumahmut, Sertaç Hami Baseren, Cem Gurdeniz και Cihat Yayci. Οι προτάσεις τους υιοθετούνται σταδιακά και σχεδόν στο σύνολό τους από την τουρκική κυβέρνηση, σε πλήρη συμφωνία με την ανάγκη του παθολογικού ψεύτη να αποδείξει ότι είναι κάτι καλύτερο και μεγαλύτερο από αυτό που πράγματι είναι, ώστε να καλύψει και τη ναρκισσιστική ανάγκη για υπεροχή ενός ποδηγετούμενου έθνους που γαλουχείται συστηματικά στα πρότυπα ενός «εκλεκτού λαού». Σε όλη αυτή την προσπάθεια της Τουρκίας σημειώνεται το ιδιαιτέρως σημαντικό για την τουρκική εθνική συνείδηση, αλλά και υψηλού σημειολογικού χαρακτήρα, χρονικό ορόσημο του 2023. Αν μέχρι τον Ιούνιο εκείνου του έτους οπότε και είναι προγραμματισμένη η διεξαγωγή εκλογών για την Προεδρία, ο Ερντογάν επιβιώσει πολιτικά, θα έχει την ευκαιρία να παρουσιάσει εαυτόν ως «σωτήρα» της Τουρκίας, εορτάζοντας τα 100 χρόνια από την ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας και ταυτόχρονα τα 20 χρόνια από την άνοδό του στην εξουσία, μοιραία συγκρινόμενος με τον Μουσταφά Κεμάλ, ο οποίος κυβέρνησε μόνο για 15 χρόνια.

17042022-2.jpg

Η «Γαλάζια Πατρίδα» της τουρκικής προπαγάνδας, κατά πλήρη παράβαση του διεθνούς δικαίου σε ό,τι αφορά στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, αντανακλά το φαντασιακό της νeο-οθωμανικής Τουρκίας. Πηγή: TRT HABER
————————————————————————

Όπως, όμως, και ο παθολογικός ψεύτης τις περισσότερες φορές αποκαλύπτεται εκτιθέμενος εντέλει στην αποδειχθείσα ψευδολογία του, έτσι συμβαίνει και με την Τουρκία, η οποία εγκλωβισμένη πλέον στην φαντασιακή ψευδολογία της εξωτερικής πολιτικής της, βλέπει τον εαυτό της να απομονώνεται ολοένα και περισσότερο σε διεθνές και περιφερειακό επίπεδο. Αλλά η Άγκυρα, διατηρούμενη ως συνομιλητής των λοιπών κρατών και οργανισμών -κυρίως λόγω της γεωπολιτικής της βαρύτητας που οφείλεται περισσότερο στο μέγεθος και στην γεωγραφική της θέση, και λιγότερο στην αξιοπιστία της ως σύμμαχος ή στρατηγικός εταίρος-, αδυνατεί να αντιληφθεί τόσο την πλάνη στην οποία έχει περιέλθει όσο και το μερίδιο ευθύνης που της αναλογεί σε σχέση με το πραγματικό γεωπολιτικό της μέγεθος. Αγνοώντας την αξία της ενσυναίσθησης αλλά και της περιφερειακής ανάγκης για συνεργασία, η οποία πλέον επιβάλλεται από τις εξελίξεις, εκεί που κάποτε επεδίωκε (τύποις από όσο αποδεικνύεται) την πολυδιαφημισμένη πολιτική του πρώην πρωθυπουργού Ahmet Davutoglu «zero problems with our neighbors», την βλέπει να εκφυλίζεται σε πολιτική «zero neighbors without problems». Και φυσικά για την Τουρκία που υιοθετεί το «δίκαιο του ενός», φταίνε πάντα και μόνο οι άλλοι!

Συμπερασματικά, η Τουρκία έπεσε η ίδια στην ψευδολογική παγίδα που έστησε τόσο στους πολίτες της (εσωτερική διάσταση), όσο και στους γείτονες και δυνητικούς της αντιπάλους (εξωτερική διάσταση) και δεν θα βγει ούτε εύκολα, ούτε γρήγορα, και μάλλον ούτε ηθελημένα από αυτήν. Μέχρι να το πράξει -αν ποτέ το πράξει- θα παραμένει τυφλωμένη από τα ίδια της τα ψεύδη και πληγωμένη από τις επιπτώσεις της αποκάλυψής τους, ενώ δε θα σέβεται ούτε το Διεθνές Δίκαιο, ούτε τους κανόνες καλής γειτονίας, ούτε καν και το ίδιο το αντικειμενικό της όφελος. Μέχρι να εξέλθει της συστημικής πλάνης στην οποία έχει περιέλθει, θα λειτουργεί ενστικτωδώς και θα αντιλαμβάνεται μόνο τους συσχετισμούς σκληρής κυρίως ισχύος, μια ξεπερασμένη πλέον διεθνοδικαιική αντιληπτική προσέγγιση που της κληροδότησε η Οθωμανική Αυτοκρατορία, και από την οποία αδυνατεί να συνειδητοποιήσει ότι πρέπει να απαλλαγεί, προκειμένου να καταστεί το σύγχρονο κράτος που θέλει (;) να γίνει.

Η Δύση όσο απρόθυμα κι αν έχει αρχίσει να αντιλαμβάνεται την συνειδητή αλλαγή πορείας της Τουρκίας προς μια μεταμοντέρνα, «comme il faut» (για την ώρα) εκδοχή θεοκρατικού καθεστώτος -το οποίο έχει ήδη πιο πολλά κοινά με την Τεχεράνη παρά π.χ. με την Ουάσιγκτον-, έχει δείξει μέχρι τώρα ότι υιοθετεί κυρίως την (αιωνίως αποτυχημένη) πολιτική κατευνασμού, η οποία μπορεί μεν να είναι βραχυπρόθεσμα βολική, αλλά μακροπρόθεσμα καταστροφική. Αυτό συμβαίνει μάλλον διότι η Δύση αρέσκεται να αποδίδει την τρέχουσα διεθνή συμπεριφορά της Άγκυρας στην προσωπικότητα του Ερντογάν, ελπίζοντας σε μια αλλαγή του υποδείγματός της, όταν αυτός αποχωρήσει από την πολιτική, με όποιον τρόπο γίνει αυτό. Αρνείται όμως -ή λόγω πολλών προφανών συμφερόντων δε θέλει- να δει ότι οι αλλαγές στην πολιτική της Άγκυρας έχουν αποκτήσει ήδη συστημικό χαρακτήρα, βαθιά ριζωμένο στην συλλογική εθνική και πολιτική συνείδηση του τουρκικού πολιτικού συστήματος, και σε μια μεγάλη λαϊκή πλειοψηφία που θα τις στηρίζει για αρκετά χρόνια ακόμα. Έτσι, η απροθυμία της Δύσης να σταθεί απέναντι στους «δικαιωματισμικούς» παραλογισμούς της Άγκυρας ουσιαστικά την ενθαρρύνει στο να συνεχίζει να διευρύνει και να ενισχύει την ψευδολογική της παγίδα. Όπως φαίνεται, όμως, μέχρι τώρα, η Τουρκία δεν ανταποκρίνεται στον κατευνασμό αλλά μόνον στον εξαναγκασμό, και τούτο διότι πισωγυρίζοντας σε νεο-οθωμανικά οράματα, απομακρύνεται από εκείνο το επίπεδο πολιτικής ενσυναίσθησης και ωριμότητας που είναι απαραίτητο για να λειτουργήσει ο διάλογος και η διπλωματία.

Η Ελλάδα έχει καταλάβει πολύ καλά ότι η συζήτηση με την Τουρκία έχει νόημα μόνον εφόσον οι συσχετισμοί σκληρής ισχύος βρίσκονται τουλάχιστον σε σημείο ισορροπίας αν όχι υπεροχής. Με βάση τις τελευταίες αποφάσεις της κυβέρνησης για απόκτηση οπλικών συστημάτων προηγμένης τεχνολογίας, φαίνεται ότι εγκαταλείπεται με ταχείς ρυθμούς μια ιδιότυπη φάση «αυτο-αφοπλισμού» στην οποία είχε εισέλθει η χώρα μας τόσο λόγω ευσεβών πόθων όσο και δημοσιονομικών περιορισμών. Συνεπώς, όσο η Άγκυρα συνεχίζει να ομολογεί δια στόματος Τσαβούσογλου με αφοπλιστική ειλικρίνεια (διότι πρέπει να σημειωθεί ότι ο παθολογικός ψεύτης δε λέει μόνο ψέματα, αλλά τα περιπλέκει επιτυχώς και με την αλήθεια) ότι «χρησιμοποιούμε την σκληρή ισχύ μόνο όταν εξαντληθούν οι άλλες επιλογές και με στόχο να οδηγηθούν τα πράγματα σε διάλογο και σε διπλωματία» τόσο η χώρα μας θα πρέπει να μην εξαντλεί μεν τις άλλες επιλογές, αλλά σε κάθε περίπτωση να διασφαλίζει την αποτυχία της επιλογής χρήσης βίας ή της απειλής χρήσης βίας από την Άγκυρα. Και αυτό επιτυγχάνεται με την στρατηγική επιλογή επίδειξης υψηλής κυβερνητικής αποφασιστικότητας, αποδόμησης των εξωφρενικών μονομερών διεκδικήσεων του καθεστώτος της Άγκυρας σε κάθε επίπεδο και με κάθε ευκαιρία, διατήρηση ισχυρών Ενόπλων Δυνάμεων, έντονη και εξωστρεφή διπλωματική δραστηριότητα, εξασφάλισης της κοινωνικής συνοχής και ανθεκτικότητας, καθώς και την αναγκαία οικονομική ευρωστία.

Αντώνιος Πλατιάς είναι Ταξίαρχος ε.α. Υπηρέτησε στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας της Ελλάδος ως Διευθυντής Πολιτικής Εθνικής Άμυνας, και στην Διεύθυνση Διεθνών Σχέσεων, ως Τμηματάρχης Διμερών Αμυντικών Συνεργασιών και ως επικεφαλής Γραφείου ΝΑΤΟ και Διεθνών Οργανισμών. Είναι απόφοιτος του NATO Defence College, και άλλων σχολών του εσωτερικού και του εξωτερικού και κατέχει Μεταπτυχιακό Τίτλο Σπουδών στη Διοίκηση Επιχειρήσεων από το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας. Έχει υπηρετήσει σε διάφορα Επιτελεία και Μονάδες του εσωτερικού καθώς και στην Τουρκία, στην Κύπρο, και στην Βοσνία και Ερζεγοβίνη./ Τα ενυπόγραφα κείμενα απηχούν τις απόψεις των συγγραφέων τους/ ΠΗΓΗ:Foreign Affairs, The Hellenic Edition

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

[1] S. Dimitrakopoulos, E. Sakadaki, D. Ploumpidis: Pseudologia fantastica à deux: Review and case study: Community Mental Health Centre of Byron-Kessariani, 1st Psychiatric Department, National and Kapodistrian University of Athens, Athens, Greece Psychiatriki 2014, 25 (3) 192–199. Διαθέσιμο στο https://www.psychiatriki-journal.gr/documents/psychiatry/25.3-EN-2014-19… (Ανακτήθηκε την 30 Νοεμβρίου 2021)
[2] Ε. Παππά, Παθολογική Ψευδολογία. Διαθέσιμο στο https://psychoedu.gr/pathologiki-pseudologia/ (Ανακτήθηκε την 28 Νοεμβρίου 2021)
[3] C. C. Dike, M. Baranoski, E. E. H. Griffith: Pathological Lying Revisited: Journal of the American Academy of Psychiatry and the Law Online September 2005, 33 (3) 342-349. Διαθέσιμο στο: http://jaapl.org/content/33/3/342 (Ανακτήθηκε την 29 Νοεμβρίου 2021)
[4] Θ. Ασκητής: Παθολογική Ψευδολογία και Μυθομανία: Τι πραγματικά συμβαίνει; Διαθέσιμο στο https://thalpos.org.gr/el/nea-typos/nea-arthra/pathologiki-pseydologia-k… (Ανακτήθηκε την 28 Νοεμβρίου 2021)

 

Share this post