Τα χαμένα αρχαία της Μικράς Ασίας

Τα χαμένα αρχαία της Μικράς Ασίας

Οι ανασκαφές το 1921 στην Εφεσο, στη Νύσα του Μαιάνδρου, στις Κλαζομενές και στην Πέργαμο. (ΦΩΤΟ ΕΠΑΝΩ: Ελληνες στρατιώτες στην αρχαιολογική ανασκαφή της Νύσας του Μαιάνδρου το 1921. (ΕΘΝΙΚΟ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ)

Του Σάκη Ιωαννίδη*

Την ώρα που το 1921 οι επιχειρήσεις του Ελληνικού Στρατού στη Μικρά Ασία άρχισαν να εμφανίζουν σημάδια κόπωσης, μια άλλη επιχείρηση εξελισσόταν γοργά στα παράλια γύρω από τη Σμύρνη. Πέντε αρχαιολόγοι κλήθηκαν να πραγματοποιήσουν αρχαιολογικές έρευνες για ένα χρόνο στην αρχαία Εφεσο, στη Νύσα του Μαιάνδρου, στις Κλαζομενές και στην Πέργαμο σε συνεργασία με την Αρχαιολογική Εταιρεία. Η τύχη ορισμένων αρχαιοτήτων που ανασκάφηκαν παραμένει ακόμη και σήμερα ένα άλυτο μυστήριο για τους αρχαιολόγους.

Η Ελληνική Διοίκηση της Σμύρνης που τοποθετήθηκε λίγο μετά την απόβαση των ελληνικών δυνάμεων του 1919 διέθετε και ένα Τμήμα Αρχαιοτήτων, επικεφαλής του οποίου ήταν μέχρι τον Νοέμβριο του 1920 ο τότε έφορος Αρχαιοτήτων Γεώργιος Π. Οικονόμος, ο οποίος αργότερα ανέλαβε τη διεύθυνση του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου. Τον Ιανουάριο του 1921, και μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1922, στη θέση του Οικονόμου μπήκε ο αρχαιολόγος Κωνσταντίνος Κουρουνιώτης με συνεργάτες τους αρχαιολόγους Νικόλαο Λάσκαρι και Ευστράτιο Παρασκευαΐδη, για τους οποίους λίγα στοιχεία είναι γνωστά.

Το «Γεροντικόν»

Οπως έδειξε η αρχαιολόγος του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου Μαρία Χιδίρογλου στην ημερίδα της Ενωσης Αρχαιολόγων Ελλάδος «Ηώς» για τις έρευνες στη Μικρά Ασία, ο Κουρουνιώτης ανέσκαψε στη Νύσα, το σημερινό Σουλτάν Χισάρ, συνεχίζοντας τις έρευνες που ξεκίνησε ο Γερμανός αρχαιολόγος Χάινριχ Πρινγκσχάιμ το 1909. Από τις έρευνες αποκαλύφθηκε τμήμα της αρχαίας αγοράς και το «Γεροντικόν», το δημόσιο κτίριο της αρχαίας Νύσας με τις 12 σειρές εδράνων, που σύμφωνα με τον Στράβωνα χρησιμοποιούνταν για να συνεδριάζουν οι γέροντες της πόλης.

Από τα ευρήματα του Κουρουνιώτη προέρχεται και το γνωστό «προσφυγάκι», το μικρό άγαλμα παιδιού που κρατάει σκύλο (1ος αι. π.Χ.) και βρίσκεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Ομως δεν γνωρίζουμε τίποτα για κανένα άλλο. Η επικρατούσα θεωρία, όπως ανέφερε η κ. Χιδίρογλου, είναι ότι τα ευρήματα του Κουρουνιώτη μεταφέρθηκαν στην Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης και καταστράφηκαν από τη μεγάλη πυρκαγιά. «Η θεωρία δεν έχει επιβεβαιωθεί και είναι προς διερεύνηση. Οι συνάδελφοί μου και εγώ ψάχνουμε πάντα για έναν παλιό κατάλογο, έστω χειρόγραφο, από το μουσείο της Ευαγγελικής Σχολής και μέχρι τώρα δεν έχει βρεθεί, τουλάχιστον στην Ελλάδα», λέει στην «Κ».

Η Μούσα

Το μόνο που φαίνεται να ανήκει στη συλλογή της Ευαγγελικής Σχολής και βρίσκεται στην Αθήνα είναι μια μαρμάρινη κεφαλή ρωμαϊκών χρόνων. Σε έγγραφο του 1926 που παρουσίασε η κ. Χιδίδογλου στην ημερίδα, ο τότε διευθυντής του μουσείου Παναγιώτης Καστριώτης αναφέρει ότι ο στρατιωτικός ακόλουθος της βρετανικής πρεσβείας στη Σμύρνη, Λ. Μπάουερ, δώρισε την κεφαλή «παριστάνουσα δε πιθανώς Μούσα τινά» από το μουσείο της Ευαγγελικής Σχολής. Το έργο, αναφέρεται στο έγγραφο, φέρει «ζωηρά ίχνη φωτιάς», εννοώντας τη φωτιά που κατέστρεψε τη Σμύρνη το 1922. Οπως μας λέει η κ. Χιδίρογλου, το μουσείο σκοπεύει να παρουσιάσει την κεφαλή στο κοινό στο πλαίσιο της δράσης «Αθέατο Μουσείο».

Αγνωστη είναι και η τύχη των αρχαιοτήτων που βρέθηκαν στις Κλαζομενές, την αρχαία πόλη της Ιωνίας. Ο Γεώργιος Οικονόμος ανέσκαψε τα αρχαία νεκροταφεία της πόλης και αποκάλυψε πλήθος ευρημάτων που παρέμειναν στη Μικρά Ασία. «Αυτά μετακινήθηκαν στο μουσείο των Σάρδεων, όπου έχουμε και εκεί αναφορές για καταστροφή του μουσείου, θρυμματισμένες αρχαιότητες και για φύλλα βιβλίων διάσπαρτα στους αγρούς και στα βουνά της περιοχής. Είναι ένα ερωτηματικό και αυτό», τονίζει η κ. Χιδίρογλου.

Στην Εφεσο, ο αρχαιολόγος Γεώργιος Σωτηρίου, και μετέπειτα διευθυντής του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου Αθηνών, ανέσκαψε τα οικοδομικά κατάλοιπα του ναού του Ιωάννου του Θεολόγου. Η ανασκαφή πραγματοποιήθηκε με πρωτοβουλία της Αρχαιολογικής Εταιρείας και δαπάνες της Υπατης Αρμοστείας Σμύρνης.

Πάντως, όπως σημειώνει η κ. Χιδίρογλου, οι αρχαιολογικές έρευνες κινήθηκαν μακριά από το πολιτικό και ιδεολογικό κλίμα της εποχής. Σκοπός τους, όπως αναφέρεται στο αρχαιολογικό δελτίο των ετών 1921-22, ήταν η «φύλαξις και συντήρησις των μνημείων» και η «διάσωσις και περισυλλογή των οπουδήποτε της μικρασιατικής χώρας εν υπαίθρω κατεσπαρμένων κινητών αρχαίων». Οι αρχαιολογικές έρευνες στη Νύσα συνεχίζονται από Τούρκους αρχαιολόγους.

ta-chamena-archaia-tis-mikras-asias0

ΠΗΓΗ: kathimerini.gr

Share this post