“Ο Αγώνας της ΕΟΚΑ και η Διαμόρφωση του Κυπριακού Κράτους”

“Ο Αγώνας της ΕΟΚΑ και η Διαμόρφωση του Κυπριακού Κράτους”

Του Τάκη Χατζηδημητρίου*

Το Κυπριακό λοξοδρόμησε από την αρχή. Η Κύπρος ήταν αποικία που αναζήτησε την ελευθερία της τη εποχή των αντιαποικιακών αγώνων. Η ηγεσία, όμως δε θέλησε ποτέ να παραδεχτεί ότι το Κυπριακό αποτελούσε μέρος του ευρύτερου  αντιαποικιακού προβλήματος. Ο Εθναρχικός Σύμβουλος, Ζήνων Ρωσσίδης, σε άρθρο του στην Καθημερινή, στις 23.3.1955, δηλαδή ένα χρόνο μετά την προσφυγή στα Ηνωμένα Έθνη, ενάμιση μήνα πριν ο Μακάριος πάει στην Μπαντούγκ, στην πρώτη συνάντηση ηγετών  του αντιαποικιακού κινήματος, και μια εβδομάδα πριν από την έναρξη δράσης της ΕΟΚΑ γράφει: Μολονότι εν τη βρετανική πολιτεία κατατάσσεται ως αποικία η Κύπρος, κατ’ ουσία ουδόλως είναι αποικία αλλά νήσος ελληνική, αποτελούσα δια μέσου μακραίωνος ιστορίας αναπόσπαστον τμήμα της ελληνικής εθνικής οικογένειας. Ως τοιαύτη ανέκαθεν απέβλεπε προς την φυσικήν ενσωμάτωσίν της εις τον εθνικόν κορμόν του ελεύθερου ελληνικού Βασιλείου.[…] Οι Κύπριοι θεωρούν τους εαυτούς των ως αλυτρώτους, εν αντιθέσει προς τας άλλας αποικίας, και αποβλέπουν εις την ένωσιν (των) με την Ελλάδα.»

Όμως ο αλυτρωτισμός ήταν υπόθεση όπου η έννοια της αυτοδιάθεσης σήμαινε το δίκαιο των εθνών, την προσάρτηση, δηλαδή, εδαφών με τον πληθυσμό τους, για τη διαμόρφωση ομοιογενών εθνικών κρατών. Μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο τα σύνορα των κρατών είναι κατοχυρωμένα και διασφαλισμένα ως σταθερός παράγοντας ειρήνης. Μέσα στο αντιαποικιακό κίνημα που ακολούθησε, η έννοια της αυτοδιάθεσης είναι διαφορετική. Η επιλογή των αποικιακών λαών εντάσσεται μεταξύ της παραμονής στα πλαίσια της αποικιακής δύναμης ή της ελευθερίας στα πλαίσια των συνόρων της αποικίας. Δηλαδή αυτοδιάθεση και ανεξαρτησία είναι συνώνυμα και αφορά το σύνολο του πληθυσμού της αποικίας.

Η προσφυγή στον ΟΗΕ  της Ελλάδας κάτω από τον τίτλο της αυτοδιάθεσης με αίτημα την  Ένωση, αντιμετωπίστηκε στο διεθνή χώρο ως αλλαγή συνόρων και όχι ως θέμα ελευθερίας. Η συνδυασμένη αντίδραση της Βρετανίας και Τουρκίας και η επίκληση ακόμη και του άνσλους, άλλαξε και το χαρακτήρα του Κυπριακού που προβλήθηκε πια ως ελληνοτουρκική διαφορά.

Χαρακτηριστική της διάστασης μεταξύ αλυτρωτισμού και των αντιαποικιακών  αγώνων ήταν η τοποθέτηση του Κρίσνα Μένον στον ΟΗΕ 6.12.56 που είπε ότι ‘Χαιρόμαστε που το πρόβλημα (της Κύπρου) θα συζητηθεί˙ θα τοποθετηθούμε όμως πάνω στην ιδέα της ανεξαρτησίας της χώρας της Κύπρου (και όχι της Ένωσης). […] Δεν βλέπουμε το λόγο γιατί στους σκληρά εργαζόμενους και εργατικούς Κυπρίους ελληνικής , τούρκικης ή άλλης προέλευσης , που αποδέχονται τις αρχές του χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και που μπορούν να βελτιώσουν την οικονομία τους, την ευημερία και την πολιτιστική τους πρόοδο θα πρέπει να τους αρνούνται την κυριαρχία (στα εδάφη της πατρίδας τους).» Δηλαδή με όσα ο Κρίσνα Μένον υποστήριξε ταύτιζε την αυτοδιάθεση με την ανεξαρτησία της Κύπρου ως κοινής πατρίδας Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Γι’ αυτή του τη θέση ο Κρίσνα Μένον καθυβρίστηκε από τον ελληνικό τύπο και τους βουλευτές στην ελληνική Βουλή.

Το χάσμα μεταξύ αλυτρωτικής πολιτικής και αντιαποικιακής ήταν μέγα. Αυτό  δεν μπορούσε να το εννοήσει η ελληνική πολιτική αλλά ούτε και να το επισημάνει η άμεσα εμπεπλεγμένη Κυπριακή ηγεσία.

-Η αλυτρωτική αντίληψη έβλεπε το κυπριακό ως θέμα αυτοδιάθεσης ένωσης.

-Η αντιαποικιακή έβλεπε ως πρόβλημα ανεξαρτησίας

– Η αλυτρωτική αντίληψη επεδίωκε δικαίωση του αγώνα των Ελλήνων της Κύπρου.

-Η αντιαποικιακή προσέβλεπε σε λύση που να είναι αποδεκτή από όλους τους κατοίκους του νησιού, ΕΚ και ΤΚ.

– Η αλυτρωτική πλευρά υποβάθμιζε την ύπαρξη μειονότητας και παραγνώριζε τις αντιρρήσεις της. 

-Η αντιαποικιακή ήθελε ειδικές ρυθμίσεις για την μειονότητα, για να προληφθούν προηγούμενα ρήξης και διακοινοτικών συγκρούσεων.

– Η αλυτρωτική νοοτροπία εναπέθετε ελπίδες για δικαίωση στον ένοπλο αγώνα.

– Η αντιαποικιακή, και μάλιστα από την ινδική σκοπιά, πίστευε ότι με τον ένοπλο αγώνα το πρόβλημα περιπλέκεται και γίνεται πιο δυσεπίλυτο.

– Η ελληνική πλευρά προτιμούσε την ένδοξη  ήττα παρά ένα συμβιβασμό, που το θεωρούσε συνθηκολόγηση.

– Ο Κρίσνα Μένον δεν πιστεύει στη σύγκρουση, σε νίκες και ήττες . Επιζητεί κοινά αποδεκτές, συμβιβαστικές λύσεις που να οδηγούν τους λαούς σε ευημερία και πρόοδο.

– Οι Έλληνες πολιτικοί ηγέτες ήθελαν συνομιλίες μεταξύ Ελλάδας και Βρετανίας με αποκλεισμό της Τουρκίας.

-Ο Κρίσνα Μένον παραμέριζε και τις δύο, και Ελλάδα και Τουρκία. Υποστήριζε διαπραγματεύσεις μεταξύ Κύπρου και Βρετανίας.

– Οι Έλληνες ηγέτες αγανακτούν για την αναφορά σε κυπριακή εθνικότητα.

– Για  τον Κρίσνα Μένον αυτό είναι το φυσικό αποτέλεσμα για τους πολίτες  σ’ ένα ανεξάρτητο κράτος. Κάτι που τελικά συνέβη μετα την ανεξαρτησία του 1960, όταν όλοι είχαμε την ταυτότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Άσχετο αν δεν γινόταν κατανοητή η σημασία της.

Η γραμμή που τελικά προκρίθηκε στη δεκαετία του 1950 για την ανακίνηση του εθνικού θέματος, αρχικά με τη διεθνοποίηση και μετά με τον ένοπλο αγώνα, συνδεόταν με εθνικιστές του εμφύλιου και του ψυχρού πολέμου που ήθελαν μέχρι τη Σόφια κατοχή -Χι. -Χι.. Ήταν ηγεσίες που είχαν την προσοχή τους στραμμένη στο 1821, παρά στα δεδομένα της εποχής. Εκεί που  θεωρούσαν τον ενωτικό  αγώνα εύκολο και αυτονόητο, βυθίστηκαν στο λαβύρινθο των διεθνών εξελίξεων χωρίς πυξίδα και προσανατολισμό.

Τα μηνύματα δίνονταν. Αποδέκτες δεν υπήρχαν. Η Ένωση γοητευτικό ως σύνθημα, ναυάγησε κατ’ επανάληψη στα Ηνωμένα Έθνη.  Η αναφορά σε αυτοδιάθεση ήταν ένα διαφανές προπέτασμα της Ένωσης που δεν άλλαζε τα πράγματα. Αποδείχτηκε δύσκολο έως αδύνατο εγχείρημα η αποδέσμευση του αιτήματος της κυπριακής  ελευθερίας από την αλυτρωτική ιδεολογία της ελληνικής ηγεσίας και φυσικά ένταξή του στα αντιαποικιακά δεδομένα της εποχής. Ο λόγος ευνόητος: ο εντολοδόχος μας, η Ελλάδα, την  επόμενη του εμφυλίου ήταν απόλυτα δεμένη μέσα στο Δυτικό πλέγμα συμμαχιών με τις ίδιες τις αποικιακές δυνάμεις που είχαν και την προστασία των ΗΠΑ.

Ξέραμε να ξεκινούμε μια υπόθεση, όμως ποτέ και σε καμία περίπτωση μέχρι σήμερα δε ξέραμε που να σταματήσουμε, να δούμε τα δεδομένα και να πάρουμε κάποιες αποφάσεις. Ούτε είχαμε την τόλμη να παραδεχτούμε σφάλματα και παραλήψεις ώστε να μπορέσουμε να κάνουμε και διορθωτικές κινήσεις.

Δεν ήταν μονόδρομος η πορεία του Κυπριακού. Δεν ήταν συνωμοσία. Πλεκτάνη τρίτων για να μας καταστρέψουν, όπως πολλοί λέγουν. Ήταν επιλογή. Αυτή ακριβώς η επιλογή καθορίζει και την έννοια της πολιτικής ευθύνης. Αν δεν υπήρχε η δυνατότητα της επιλογής, τότε θα μιλούσαμε για μοιραίες και προκαθορισμένες εξελίξεις που καμία απόφασή μας δεν μπορούσε ποτέ να μεταβάλει. Όμως, σε τέτοια περίπτωση ποια η χρεία ηγετών, προς τι οι έπαινοι και ποια η αξία της δόξας τους; Και σε προέκταση, ποιο το νόημα των αναλύσεων και της κριτικής προσέγγισης; 

Το αίτημα της Ένωσης ουδέποτε μελετήθηκε σε βάθος. Και ούτε φαίνεται να απασχόλησε ποτέ τις ηγεσίες Ελλάδας και Κύπρου, η σύνθεση του πληθυσμού και η πραγματικότητα της απόστασης της  Κύπρου από την Ελλάδα. Ένα πρόβλημα που συνδεόταν τόσο με την ασφάλεια όσο και  με τη διοίκηση της Κύπρου. Κάτι που η Τουρκία σημείωνε με ιδιαίτερη επιμονή με αναφορές στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα και στην περιφρούρηση της Κύπρου, όταν προπαντός προβαλλόταν θέμα κομμουνιστικού κινδύνου. Δεν προβλημάτισε ακόμη πώς το συγκεντρωτικό σύστημα διακυβέρνησης της Αθήνας θα μπορούσε ν’ ανταποκριθεί στις ανάγκες ενός μεγάλου νησιού με δικά του ξεχωριστά χαρακτηριστικά πολιτικά , νομικά, κοινωνικά, οικονομικά. Η μελέτη ενός τέτοιου ενδεχομένου θα οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι η Κύπρος θα χρειαζόταν, τουλάχιστο, μια ενδιάμεση λύση, ένα είδος αυτοκυβέρνησης ή ομοσπονδιακής σχέσης με την Ελλάδα και όχι Ένωσης. Αν όμως εγειρόταν ένα τέτοιο ζήτημα θα μπορούσε να οδηγήσει σε σκέψεις και συμπεράσματα για λύση ανεξαρτησίας που θεωρείτο προδοσία. Και επειδή έλειψε ο προγραμματισμός εξαντλήθηκαν τα όρια της πολιτικής αντιμετώπισης επικράτησε η ανεξέλεγκτη βία, η πολυμέτωπη  βία,  εναντίον των Άγγλων, των Τουρκοκυπρίων, των κομμουνιστών , των προδοτών και μη προδοτών. Μια αδιέξοδη πορεία για την  Κύπρο και πρόβλημα για τη δυτική συμμαχία,  με τρεις χώρες  μέλη της, την Ελλάδα, την Τουρκία  και τη Βρετανία σε αμείλικτη αντιπαράθεση. Η επίλυση του προβλήματος μέσα στα πλαίσια της συμμαχίας γινόταν όλο και πιο πιεστική.

Στην επίτευξη της συμφωνίας Ζυρίχης – Λονδίνου δεν  μετείχαν οι κυπριακές κοινότητες, είχαν όμως συνειδητά εξουσιοδοτήσει τις μητέρες πατρίδες να χειρίζονται για λογαριασμό τους το Κυπριακό πρόβλημα . Η μια την Ένωση κι η άλλη Διχοτόμηση. Η Συμμαχία όρισε κοινό σημείο τη ανεξαρτησία με όρους συσχέτισης δυνάμεων μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών. Οι τοπικές ηγεσίες ήταν ενήμερες και δεν απαγορεύσαν τη συμφωνία.

Κι αυτό ήταν το πρώτο μάθημα. Όταν συγκρούονται ΕΚ με τους  ΤΚ, χωρίς διάθεση συνεννόησης μεταξύ τους,   την πρωτοβουλία αναλαμβάνουν οι μητέρες πατρίδες. Οι κοινότητες παραμένουν στο περιθώριο. Την τύχη τους την χαράζουν άλλοι.

Για τους Ελληνοκύπριους οι Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου του 1959 δεν ήταν το αναμενόμενο τέλος του αγώνα, δεν ήταν η Ένωση. Και αυτό ήταν συγκλονιστικό.

Δεν έγινε μεν η Ένωση αλλά και η ανεξαρτησία που παραχωρήθηκε, έστω και δεσμευμένη, ήταν ανεξαρτησία ολόκληρης της Κύπρου και μοναδική στιγμή στην ιστορία του τόπου. Στα δυο χιλιάδες χρόνια της ιστορίας της η Κύπρος γινόταν για δεύτερη φορά, ύστερα από το 1185, ανεξάρτητο κράτος. Τότε μέσα στον κυκεώνα των Σταυροφοριών άντεξε μόνο 6 περίπου χρόνια. Τώρα οι περιστάσεις ήταν διαφορετικές. Ύστερα από το Β΄Π.Π. κυριαρχεί η αρχή του σεβασμού των συνόρων των χωρών και μάλιστα των μικρών χωρών που εντάσσονται στον ΟΗΕ και στους άλλους διεθνείς οργανισμούς ως ισότιμα μέλη. Οι  απλοί πολίτες ήταν δύσκολο να κατανοήσουν την αλλαγή σκοπού, ήταν όμως υποχρέωση των ηγετών να την στηρίξουν. Δική τους υποχρέωση και ευθύνη ήταν να δώσουν το μήνυμα ότι μπαίναμε σε μια νέα εποχή και ότι θα έπρεπε μέσα στα πλαίσια της ανεξαρτησίας ν’ ανακαλύψουμε ξανά την Κύπρο και τους εαυτούς μας, ν’ αντιμετωπίσουμε προκλήσεις και ν’ ανταποκριθούμε σε πρωτόγνωρες δυσκολίες με υπευθυνότητα ορθολογισμό και δημιουργικό πνεύμα. Να γίνουμε πέραν από Έλληνες της Κύπρου, πολίτες του κυπριακού κράτους, μαζί με τους Τουρκοκύπριους συμπατριώτες μας. Ζούσαμε, όμως, στη στιγμή της ανεξαρτησίας, πιο πολύ σε σχέση με το παρελθόν . Με την εποχή των διακηρύξεων αγώνων και θυσιών με απέραντη την πιστή σε ένα κόσμο που στο τέλος επιβραβεύει το δίκαιο . Και φυσικά το δικό μας δίκαιο. Ζούσαμε ένα πρωτοφανή διχασμό πνευματικό και πολιτικό ανάμεσα σε ένα παρελθόν που μας είχε ολοκληρωτικά απορροφήσει και ένα μέλλον που έπρεπε να μάθουμε , να καταλάβουμε . Κι αυτό παρέμεινε δραματικά στην ευθύνη του κάθε πολίτη χωριστά που θα έπρεπε μόνος του να το συνειδητοποιήσει. Εκείνο που έλειψε ολοκληρωτικά ήταν η απουσία μιας κεντρικής ιδεολογικής και πολιτικής κατεύθυνσης . Άλλος ο δρόμος για τον πολίτη και άλλος ο δρόμος της ηγεσίας που έγινε πια και εξουσία. Απόλυτη εξουσία. Ποιου όμως κράτους; Αυτού που προέκυψε από διεθνείς συνθήκες και από το Σύνταγμα του 1960.

Εκείνη ήταν η στιγμή που χρειαζόταν μια εμπνευσμένη ηγεσία έτοιμη ν’ αναλάβει τις ευθύνες της , να τιμά το παρελθόν ως μια εποχή που τέλειωσε και να γίνει εκφραστής νέων αξιών και νέων υποχρεώσεων που όλες βασίζονταν στις Συνθήκες που υπέγραψε. Προτεραιότητα η συμφιλίωση και  η εδραίωση εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Αυτό ουδέποτε υπήρξε.

Και απ’ εδώ αρχίζει η τραγωδία του Κυπριακού. Παραγνωρίστηκε το γεγονός ότι οι διεθνείς συνθήκες συνιστούσαν αμετακίνητο γεγονός και ότι το Σύνταγμα, προϊόν πολιτικών εξελίξεων, ήταν το πλαίσιο ασφάλειας και ευημερίας των πολιτών.

Οι ηγέτες δεν ήξεραν ότι οι Συνθήκες τηρούνται; Ότι αξίωμα στις διεθνείς σχέσεις είναι η φράση του Γκρότιους από το 17ο  αιώνα ότι pacta sunt servanta. Διάβασα πρόσφατα σε δήλωση του Ντέιβιντ Χάνι τη φράση,   treaties are treaties, όταν ρωτήθηκε για το μέλλον των βάσεων. Υπέγραψε η ηγεσία τις Συμφωνίες και άφησαν πίσω τους την αμφιβολία αν θα τις τηρούσαν. Είπαν ή άφησαν να εννοείται ότι πιέστηκαν αφόρητα για να τις υπογράψουν και είπαν στους συμπατριώτες τους ότι πέραν των διεθνών συνθηκών μαζί τους υπογράψαν άλλο συμβόλαιο, εθνικό,  που θα τηρούσαν. Όσο για τις διεθνείς συμβάσεις είχαν την αντίληψη ότι με μια δήλωση  μπορούσαν να τις καταργήσουν. Δεν ήξεραν; Δεν έμαθαν, έστω αργότερα, ότι μόνο με κοινή συμφωνία, με τα άλλα συμβαλλόμενα μέρη, μπορούν να τις αλλάξουν; Έβαλαν στόχο τη μονομερή κατάργηση και άρχισαν την μονομερή υπόσκαψη και υπέσκαψαν τελικά όχι τις Συνθήκες αλλά το ίδιο το μέλλον της Κύπρου..

Πιο τίμιο , πιο υπεύθυνο θα ήταν εάν και εφόσον διαφωνούσαν να μη τις υπέγραφαν ανοικτά και καθαρά αναλαμβάνοντας τις ευθύνες τους. Όταν ο Μακάριος θέλησε να καταγγείλει τη Συνθήκη Εγγυήσεων την 1η Ιανουαρίου 1964 υποχρεώθηκε να ανακαλέσει την καταγγελία του σε λίγες ώρες γιατί του είπε ο Ντάνκαν Σάντυς ότι δεν είναι τη Συνθήκη που καταργούσε αλλά την ίδια την ύπαρξη της ΚΔ.

Το Σύνταγμα  χρειάστηκε 17 μήνες για να συνταχθεί και με δική μας συμμετοχή . Υπογράφτηκε κι αυτό και άρχισε από την πρώτη μέρα το ροκάνισμα του. Ήταν, λέγει, δοτό. Κι άρχισε μια ανελέητη κριτική ωσάν να επρόκειτο για κάποιο νομικό κείμενο. Όμως το σύνταγμα δεν είναι έκθεση ιδεών ούτε συντάσσεται ως δοκίμιο σε διαγωνισμό μεταξύ νομικών. Τα συντάγματα είναι προϊόντα ιστορικών και πολιτικών εξελίξεων και αποτέλεσμα συσχέτισης δυνάμεων μεταξύ των συμβαλλομένων μερών.  Τα Συντάγματα μόνο με την αλλαγή των πολιτικών δεδομένων και μόνο μέσα σε κλίμα συναντίληψης μπορούν να αλλάξουν. Αυτό  το Σύνταγμα που το νομιμοποιήσαμε σε εκλογικές διαδικασίες και διορισμούς αξιωματούχων  αρχίσαμε να το υποσκάπτουμε εξ αρχής. Το Σύνταγμα της Κύπρου ήταν φανερά σκληρό και με εξωτερικές εξαρτήσεις, όμως, εκπλήρωνε τον βασικό του προορισμό. Σύμφωνα με τον ορισμό του Ευάγγελου Βενιζέλου  «Το Σύνταγμα αποτελεί το αναγκαίο σύμβολο κρατικής υπόστασης και της εθνικής ανεξαρτησίας μιας χώρας […] Το Σύνταγμα είναι κυρίως και πρωτίστως νόμος αυξημένης τυπικής ισχύος και ως εκ τούτου θεμελιώδης και μάλιστα νόμος με αντικείμενο κατ’ εξοχήν  και ευθέως πολιτικόν.»

Αυτό όφειλε να εκτιμηθεί από την ηγεσία τόσο κατά τη διάρκεια της διαμόρφωσης του και πολύ περισσότερο με την υπογραφή του. Κατά τον Μάτεση το  Σύνταγμα είναι « κείμενο που αποτελεί θεμελιώδη νόμο της κρατικά οργανωμένης συμβίωσης.» Αυτή, η οργανωμένη συμβίωση, ουδέποτε υπήρξε, ούτε στη μεταβατική περίοδο αλλ’ ούτε και μετά την υπογραφή του Συντάγματος. Ό,τι συνέβη στη μεταβατική περίοδο και στη μετά την υπογραφή του περίοδο δεν ήταν τίποτα  άλλο από μια συνεχής και εκ προμελέτης παραβίαση των  νόμων . Το κράτος συγκάλυπτε το παρακράτος. « Βασικός σκοπός, γράφει το σχέδιο Ακρίτας, παραμένει η αποδέσμευσις του Κυπριακού λαού υφ’ όλων των διά των Συμφωνιών Ζυρίχης επιβληθέντων περιορισμών, συνταγματικών ή δια διεθνών συμβάσεων, ούτως ώστε εν ευθέτω χρόνω να καταστεί δυνατή η εξάσκησις και εφαρμογή του δικαιώματος της αυτοδιαθέσεως του κυπριακού λαού.» Δηλαδή μια ανατρεπτική τακτική του πολιτειακού συστήματος και επιστροφή στην προ της υπογραφής των Συνθηκών εποχή. Πράγμα αδύνατο. Πράξη που οδηγούσε τη δικοινοτική Δημοκρατία  στο χάος της άρνησης . Αυτό τελικά συσσώρευσε απέραντη δυστυχία στους ανθρώπους  και  το διαχωρισμό των κοινοτήτων  και του νησιού σε βορρά και νότο.  Η φράση του Μακάριου «Σκοπός μας, κύριε Πρόεδρε είναι η κατάλυσις των Συμφωνιών Ζυρίχης- Λονδίνου» και η άλλη «Ουδ’ επί στιγμήν  όμως επίστευσα ότι αι Συμφωνίαι θα απετέλουν μόνιμον καθεστώς» μας συνοδεύει μέχρι σήμερα ως προάγγελος όσων ακολούθησαν. Καταγράψαμε έκτοτε σωρεία απωλειών και ερειπίων και το μόνο που τελικά επιβίωσε ήταν οι Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου με ζητούμενο το ίδιο:  το δικοινοτικό και διζωνικό πια κράτος και την αναγκαία εμπιστοσύνη μεταξύ των δύο κοινοτήτων.

*Τα ενυπόγραφα κείμενα απηχούν τις απόψεις των συγγραφέων τους

Share this post