Ουκρανία: Οι διαπραγματεύσεις για το τέλος του πολέμου αργούν

Ουκρανία: Οι διαπραγματεύσεις για το τέλος του πολέμου αργούν

Οι επαφές ανάμεσα σε εκπροσώπους των αμερικανικών και ρωσικών υπηρεσιών ασφαλείας και η επίσκεψη τον Νοέμβριο στο Κίεβο του Συμβούλου Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ, Τζέικ Σάλιβαν,  φάνηκε να ανοίγουν ένα δρόμο για μια διαπραγμάτευση που θα μπορούσε να οδηγήσει στην ειρήνη στην Ουκρανία.

Και αυτό αναγκαστικά σημαίνει σε παράταση της σύγκρουσης.

Πώς διαμορφώνεται ο συσχετισμός δύναμης;

Αυτή τη στιγμή διαμορφώνεται ένας συσχετισμός όπου ο αρχικός στόχος της Ρωσίας για μια γρήγορη κατάρρευση της ουκρανικής κυβέρνησης δεν κατέστη εφικτός, την ώρα που και ο δεύτερος στόχος για σημαντική επέκταση εδαφική προσέκρουσε πάνω στο συνδυασμό ανάμεσα στην αποτελεσματικότητα της ουκρανικής αντίστασης (κυρίως τη δυνατότητα να μεταφέρονται μεγάλοι αριθμοί στρατιωτών στο μέτωπο, παρά τις μεγάλες απώλειες) και τη συνεχή τροφοδοσία των ουκρανικών ενόπλων δυνάμεων με οπλικά συστήματα από τη Δύση.

Ωστόσο, είναι σαφές ότι από τη στιγμή ιδίως που έχουν αρχίσει να φτάνουν στις γραμμές του μετώπου οι ενισχύσεις από τη μερική επιστράτευση που κήρυξε η κυβέρνηση Πούτιν, δεν είναι εφικτό για τις ουκρανικές δυνάμεις να κάνουν μια μεγάλη ανατροπή. Η κατάληψη θέσεων στη δυτική όχθη του Δνείπερου δεν μπόρεσε να συνεχιστεί και σε ορισμένα σημεία, ιδίως στο Ντομπάς καταγράφονται και ρωσικές μικρής κλίμακας ανακαταλήψεις θέσεων.

Οι ουκρανικές δυνάμεις κυρίως επιδίδονται σε έναν πόλεμο φθοράς, υποχρεώνοντας τις ρωσικές δυνάμεις να πρέπει διαρκώς να απαντούν σε τοπικές αντεπιθέσεις, σε συνδυασμό με χτυπήματα σε κατοικημένες περιοχές στο Ντομπάς και τη Ρωσία, αλλά και μεμονωμένες επιχειρήσεις όπως η αποστολή σοβιετικής τεχνολογίας μη επανδρωμένων αεροσκαφών σε στρατιωτικά αεροδρόμια πολλά χιλιόμετρα μακριά από τα σύνορα. Ταυτόχρονα, η ουκρανική πλευρά ζητά ακόμη μεγαλύτερη υποστήριξη από τη Δύση σε εξοπλισμό για να δοκιμάσει να κάνει μεγάλης κλίμακας αντεπίθεση και να ανακαταλάβει εκτάσεις.

Από τη σειρά τους οι ρωσικές δυνάμεις επιδίδονται σε μια ιδιαίτερα συστηματική προσπάθεια καταστροφής όχι μόνο στρατιωτικών στόχων στο έδαφος της Ουκρανίας αλλά και κρίσιμων πολιτικών υποδομών, κυρίως ενεργειακών, ώστε να αυξήσουν το συνολικό κόστος της παράτασης του πολέμου για την ουκρανική πλευρά και να την υποχρεώσουν σε μια συνθηκολόγηση με όρους κοντά σε αυτούς που ζητάει η Μόσχα. Ταυτόχρονα, είναι εμφανές ότι ο σχεδιασμός της Ρωσίας είναι όταν καταφέρει να έχει όλες τις επιπλέον δυνάμεις από τη μερική επιστράτευση στο πεδίο να δοκιμάσει να διευρύνει τις περιοχές υπό ρωσικό έλεγχο τόσο στο Ντονμπάς όσο και στη Χερσώνα. 

Η δυσκολία να οριστεί τι σηματοδοτεί μια «αξιοπρεπή ειρήνη»

Σε αυτό το τοπίο γίνεται όλο και πιο δύσκολο να προσδιοριστεί μια εκδοχή αξιοπρεπούς ειρήνης που να μπορεί να ικανοποιεί όλες τις πλευρές.

Η ουκρανική πλευρά έχει επενδύσει πάρα πολύ στο ότι μπορεί, εάν λάβει την απαραίτητη δυτική υποστήριξη, να οδηγήσει τη Ρωσία σε μία ήττα που θα σημαίνει ακόμη και ανακατάληψη μεγάλων περιοχών που είναι υπό ρωσικό έλεγχο από το 2014. Διαφορετικά μια συμφωνία που θα επικύρωνε την απώλεια εδαφών, είτε αυτών που βρέθηκαν από τον έλεγχο της Ρωσίας και των αυτονομιστών το 2014 είτε, ακόμη περισσότερο, αυτών που κατέλαβε στη διάρκεια της ειδικής στρατιωτικής επιχείρησης, θα σηματοδοτούσε μια πολύ μεγάλη ήττα για την κυβέρνηση Ζελένσκι, δεδομένου και του μεγάλου φόρου αίματος της ουκρανικής πλευράς. Μόνο την απώλεια της Κριμαίας δείχνει να αποδέχεται η ουκρανική πλευρά.

Η πλευρά της Δύσης επιμένει προς το παρόν στη γραμμή της νίκης της Ουκρανίας και της ήττας της Ρωσίας. Μάλιστα, συχνά στη δυτική δημόσια σφαίρα αυτό παρουσιάζεται ως ένα τετελεσμένο γεγονός. Βεβαίως, αυτό ερμηνεύεται με διαφορετικούς τρόπου, για παράδειγμα σε κάποια κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ που ανήκουν στον «μετακομμουνιστικό κόσμο» αυτό ερμηνεύεται με τρόπο ανάλογο με αυτόν της ουκρανικής κυβέρνησης.

Όμως, οι ΗΠΑ δείχνουν να έχουν αρχίζει να μετατοπίζονται σε μια πιθανή έξοδο που θα περιλάμβανε την υποχώρηση των ρωσικών δυνάμεων στα σημεία που ήταν πριν ξεκινήσει ο πόλεμος και παραπομπή του καθεστώτος αυτών των περιοχών σε δημοψηφίσματα ώστε να αποφασίσουν οι ίδιοι οι κάτοικοι των περιοχών τι θέλουν. Σε μία παραλλαγή αυτών των προτάσεων, δια χειρός Χένρι Κίσινγκερ, προστίθεται και η εισδοχή της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ. Παρότι διαφορετική από την ουκρανική θέση, μια τέτοια λύση φαντάζει στις ΗΠΑ ως ικανή να εξασφαλίζει μια έξοδο από τις συγκρούσεις και ταυτόχρονα την επικύρωση μιας «ήττας της Ρωσίας», αφού θα την υποχρεώσει να αφήσει τα επιπλέον εδάφη που απέσπασε. Ειδικά αυτό το στοιχείο της αναγκαίας «ήττας» της Ρωσίας, δεν θα πρέπει να το προσπερνάμε γιατί είναι καθοριστική παράμετρος της δυτικής στρατηγικής. Δηλαδή, η όποια διέξοδος θα έρθει αφού καταγραφεί «ήττα της Ρωσίας».

Όμως, όλα αυτά δύσκολα μπορούν να γίνουν αποδεκτά από τη Ρωσία. Η Μόσχα έχει κάνει σαφές ότι δεν τίθεται θέμα απλής επιστροφής στις συμφωνίες του Μινσκ. Πολύ δύσκολα μπορεί να χάσει τον κύριο όγκο των εδαφών που απέκτησε, εδάφη τα οποία επισήμως έχει ενσωματώσει στη ρωσική επικράτεια. Ούτε μπορεί εύκολα να δεχτεί μια λύση όπου δεν θα της προσφέρονταν εγγυήσεις ουδετερότητας και «αποναζιστικοποίησης» της Ουκρανίας. Ούτε υπάρχει μια διάχυτη αίσθηση στη ρωσική ηγεσία ότι «χάνει τον πόλεμο». 

Οι δυσκολίες για όλες τις πλευρές

Την ίδια στιγμή όλες οι πλευρές έχουν να υπερβούν σοβαρά εμπόδια για να μπορέσουν να κάνουν πράξη τη στρατηγική τους.

Η ουκρανική πλευρά πολύ δύσκολα μπορεί να υποχρεώσει τις ρωσικές δυνάμεις σε υποχώρηση, ακόμη και εάν έχει μεγαλύτερη υποστήριξη σε εξοπλισμό από τη Δύση. Στην πραγματικότητα, αυτό θα απαιτούσε εκείνο το είδος άμεσης εμπλοκής της Δύσης στον πόλεμο που θα μπορούσε να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτη παγκόσμια σύρραξη, ό,τι σημαίνει αυτό όταν μιλάμε για πυρηνικές δυνάμεις.

Οι ΗΠΑ γνωρίζουν ότι αυτή τη στιγμή η Ρωσία δεν έχει λόγο να θελήσει να κάνει μεγάλες υποχωρήσεις. Ποντάρουν μεν στη στρατηγική φθοράς της Ρωσίας, όμως μέχρι τώρα ούτε οι κυρώσεις ούτε η ίδια η εξέλιξη των πολεμικών συγκρούσεων το έχουν κάνει στην κλίμακα που θα άνοιγε το δρόμο για την επικύρωση μιας «ήττας». Την ίδια στιγμή, μια πολύ μεγαλύτερη εμπλοκή έχει όλους τους κινδύνους που αναφέραμε.

Ούτε, όμως, και η Ρωσία μπορεί εύκολα να τροποποιήσει το συσχετισμό υπέρ της. Αν θελήσει να επιβάλει με τα όπλα το σχεδιασμό αυτό, δηλαδή να οδηγήσει τις ουκρανικές δυνάμεις σε ήττα και συνθηκολόγηση, να πάρει και τα εδάφη που αναγκάστηκε να παραχωρήσει και πιθανώς να διεκδικήσει την ανατροπή της κυβέρνησης Ζελένσκι, τότε η Ρωσία προσκρούσει σε συγκεκριμένα όρια. Μια τέτοια στρατηγική απαιτεί ακόμη μεγαλύτερες δυνάμεις και από αυτές της μερικής επιστράτευσης και θα έχει σημαντικό κόστος σε ζωές, την ώρα που υπάρχουν σαφή σημάδια και δυσαρέσκειας στη Ρωσία για την παράταση του πολέμου.

Η παράταση των συγκρούσεων

Όλα αυτά σημαίνουν ότι δεν θα υπάρξουν σύντομα πρωτοβουλίες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αποκλιμάκωση. Ακόμη και εάν οι καιρικές συνθήκες δυσκολέψουν ως έναν βαθμό τις χερσαίες κινήσεις, είναι σαφές ότι όλες οι πλευρές θα προσπαθήσουν να επιμείνουν σε αυτά που θεωρούν ότι είναι τα ισχυρά τους σημεία. Η Ρωσία θα συνεχίσει να καταστρέφει τις υποδομές της Ουκρανίας και συγκεντρώνει δυνάμεις για τυχόν επέκταση των ζωνών υπό τον έλεγχό της. Η Ουκρανία θα συνεχίσει να ρίχνει δυνάμεις σε αντεπιθέσεις, παρά το κόστος σε ζωές και θα δοκιμάζει «εκδικητικά» πλήγματα και σε κατοικημένες περιοχές. Οι Δυτικές δυνάμεις θα συνεχίσουν να στέλνουν εξοπλισμό, έστω και εάν πλέον το κόστος θα γίνεται παράμετρος που θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη.

Το πώς όλη αυτή η διαδικασία θα εξελιχθεί είναι πολύ νωρίς για να πούμε. Είναι πιθανό η Ρωσία να θελήσει να δοκιμάσει τη μεγάλη κλιμάκωση και την προσπάθεια να υποχρεώσει την ουκρανική κυβέρνηση σε πλήρη αποδοχή των όρων που έχει θέσει. Είναι πιθανό η ουκρανική πλευρά να εξασφαλίσει αρκετή βοήθεια ώστε να μπορεί να παρατείνει τον πόλεμο της φθοράς της Ρωσίας στο βαθμό που τα πράγματα να οδηγηθούν σε εκείνη τη «στασιμότητα» που προηγείται των διαπραγματεύσεων. Είναι πιθανό να οδηγηθεί η Δύση σε μια πιο «ρεαλιστική» τοποθέτηση ή να αποφασίσει να ξεπεράσει τρέχουσες «κόκκινες γραμμές» ως προς το βαθμό εμπλοκής.

Πρόσφατες δηλώσεις του Τζέικ Σάλιβαν στο Carnegie Endowment δείχνουν ότι σε πρώτη φάση οι ΗΠΑ δεν βιαζονται.

«Δεν γνωρίζουμε πώς θα τελειώσει αυτό. Γνωρίζουμε, όμως, ότι δουλειά μας είναι να συνεχίσουμε τη στρατιωτική μας υποστήριξη στην Ουκρανία, έτσι ώστε να είναι στην καλύτερη θέση στο πεδίο της μάχης, ώστε όταν και εάν η διπλωματία είναι ώριμη, να είναι στην καλύτερη θέση στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

Αυτή η στιγμή δεν είναι ώριμη και ως αποτέλεσμα έχουμε πάει στο Κογκρέσο και έχουμε ζητήσει έναν σημαντικό όγκο επιπλέον πόρων για να μπορούμε να συνεχίσουμε να εξασφαλίζουμε ότι η Ουκρανία έχει τα μέσα για να πολεμήσει αυτόν τον πόλεμο».

Σε κάθε περίπτωση, όμως, το δράμα που συνεπάγεται ο πόλεμος, το κόστος σε ζωές, οι κατεστραμμένες υποδομές, το δράμα των ενόπλων, η βαναυσότητα που αναπόφευκτα εκλύεται σε κάθε πόλεμο, θα συνεχίσει να είναι η καθοριστική πλευρά.

Πηγή:in.gr

Share this post