Ο θάνατος και η Ανάσταση του Χριστού δεν είναι θέαμα

Ο θάνατος και η Ανάσταση του Χριστού δεν είναι θέαμα

 

Εκείνος που συμμετέχει στο πάθος του Χριστού καθίσταται πρόσωπο, όχι θεατής

Του Δρος. Ιωάννη Π. Μπουγά*

Κατά τις ημέρες των εορτών της Ανάστασης, σε όλο το χριστιανικό κόσμο κυριαρχεί το αλλοτριωμένο εκκλησιαστικό ήθος γιατί πολλοί θεωρούν ότι η Εκκλησία είναι θρησκεία και όχι γεγονός πίστης και ζωής και αντιμετωπίζουν τις εκκλησιαστικές συνάξεις ως πεντάλεπτο φολκλορικό θέαμα. Άλλοι, κυρίως οι επαγγελματίες της πολιτικής, θεωρούν ότι η θρησκεία μπορεί να αποτελεί παράγοντα ελέγχου του λαού και επιδιώκουν να παρίστανται στις εκκλησιαστικές ακολουθίες πιστεύοντας ότι θα κερδίσουν τη ψήφο των πιστών. Όλοι αυτοί αντιλαμβάνονται τις λατρευτικές συνάξεις της εκκλησιαστικής κοινότητος ως ευκαιρία προβολής τους. Με την υποκριτική παρουσία τους κατά την τέλεση των λειτουργικών πράξεων φανερώνουν την αγνωσία τους για το εκκλησιαστικό γεγονός και για τη θεολογία της Εκκλησίας.

Για όλους αυτούς, οι οποίοι παρατηρούν με φολκλορικό τρόπο τα πασχαλινά δρώμενα η Εκκλησία δεν είναι η μεταμορφωτική δύναμη των ανθρώπων και του κόσμου αλλά χώρος για συναισθηματική ηρεμία, ψυχολογική ανακούφιση ή ηθική βελτίωση στην καλύτερη περίπτωση, κυρίως όμως μία ετήσια εορταστική θεαματική συνήθεια.

«η Εκκλησία συνιστά την Ευχαριστία ενώ την ίδια στιγμή συνίσταται από αυτήν. Εκκλησία και Ευχαριστία είναι αλληλοεξαρτώμενες, συμπίπτουν μεταξύ τους και ακόμα, κατά κάποια έννοια, ταυτίζονται» (Ιωάννου Ζηζιούλα, ΕΡΓΑ Α΄ ΕΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΑ ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΑ, Αθήνα 2016, σελ. 456).

Αυτονόητο είναι ότι οι ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδας, η περιφορά του Επιταφίου, η τελετή της Ανάστασης αποτελούν λατρευτικές πράξεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας και όχι λαογραφικά έθιμα και ωραίες φαντασιακές εικόνες για θεατές.

Οι θεατές στηρίζουν απρόσωπες διεργασίες, αρκούνται στην ασφάλεια σαν αυτή που προσφέρουν τα σούπερ μάρκετ και οι καταναλωτικές εταιρείες. Οι θεατές κτίζουν τη ζωή τους σε έναν πολιτισμό εικόνων, φαντασίας, στην επίπλαστη εφήμερη γνώση, στην έμμεση επικοινωνία της μαζικής πληροφόρησης και του χρήματος και όχι στην άμεση ανθρώπινη αλληλοσυμπλήρωση. Ο ρεμβασμός των κοιταζόντων το θέαμα του Επιταφίου και της Ανάστασης δίνει αποσπασματική αίσθηση του μυστηρίου της παρουσίας του Αναστημένου Χριστού, η οποία αίσθηση προέρχεται από το πάθος της περιέργειας, το οποίο συνδέεται με το αίσθημα απουσίας, το αίσθημα του κενού.

Την Μεγάλη Παρασκευή οράται ο Χριστός «νεκρός» και η θέαση αυτή διαλύει κάθε εμμονή, άμυνα και αντιπαλότητα εντός της ίδιας της ανθρώπινης ύπαρξης και προς τους άλλους. Τα λάθη διαλύονται γιατί δεν κρίνει ο Χριστός και έτσι η αλλοτρίωση φανερώνεται μπροστά στα μάτια του κάθε ανθρώπου χωρίς δικαιολογίες και ωραιοποιήσεις. Αυτοκρίση ενώπιον ενός αδικημένου «νεκρού». Άρχοντας αγάπης και σεβασμού ο Νυμφίος, προτείνει να πράξει ο καθένας τη δική ταφή των παθών και Ανάσταση της υπάρξεώς του.

Εκείνος που συμμετέχει στο πάθος του Χριστού καθίσταται πρόσωπο, όχι θεατής, υπερβαίνει τη διαιρετική λογική των εμπόρων, λειτουργεί στην κοινότητά του με πραγματική ευθύνη ως μέλος ενός ζωντανού σώματος που δεν έχει σκοπό την καθυπόταξη των ανθρώπων μέσω του κέρδους και της ψυχολογικής απάτης. Μαθητεύει στην Εκκλησία την ταπείνωση, την κένωση του εαυτού μας προς χάριν του πλησίον, τη θυσία για χάρη του άλλου. Μαθητείες τις οποίες δεν μπορεί να πράξει ο θεατής γιατί στέκεται μακρόθεν του Άλλου. Οι συμμετέχοντες στην Ανάσταση κτίζουν ζωοποιό σχέση με τον Χριστό και στη συνέχεια στην καλλιέργεια του αμαρτωλού εαυτού, στην κοινωνία με τους αδελφούς τους.

Αυτό που προτείνει ο «νεκρός» Χριστός είναι η Ανάσταση κάθε σταυρωμένου ανθρώπου. Αυτό που ακολουθούν την Μεγάλη Παρασκευή κατά την περιφορά του Επιταφίου οι συμμετέχοντες πιστοί δεν είναι ένα νεκρό σώμα αλλά μια ζωοποιό Αναστημένη ύπαρξη για χάρη όλων των ανθρώπων της γης και σε καμία περίπτωση ένα θέαμα.

Οι εκκλησιαστικές λατρευτικές πράξεις έχουν την αναφορά τους στη Θεία Ευχαριστία. Για τα μέλη της Εκκλησιαστικής Συνάξεως ο «νεκρός» και Αναστημένος Χριστός είναι συμμετοχικό κοινωνικό γεγονός, όπως είναι η Θεία Ευχαριστία.

«Η θεία Ευχαριστία είναι το κατ’ εξοχήν εσχατολογικό γεγονός της Εκκλησίας. Από τη φύση της είναι «σύναξις επί το αυτό», προσωπική και σωματική κοινωνία μεταξύ των ανθρώπων, όπως θα είναι στη Βασιλεία του Θεού. Όταν δεν πραγματοποιείται αυτή η σωματική σύναξη, όπως συμβαίνει, για παράδειγμα, στην τηλεοπτική μετάδοσή της, χάνεται το εσχατολογικό μήνυμα της Εκκλησίας. Η πιο εσχατολογική στιγμή της Εκκλησίας εκκοσμικεύεται». (Ιωάννου Ζηζιούλα, ΕΡΓΑ Α΄ ΕΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΑ ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΑ, Αθήνα 2016, σελ. 528).

Αυτός που συμμετέχει αληθινά στην εσχατολογική λειτουργική παρουσία της Ανάστασης του Χριστου έχει απόλυτη συνείδηση της θνητότητας του, γνωρίζει ότι κυριαρχεί ο έσχατος δυνάστης ο θάνατος. Γνωρίζει ότι το κακό κυριαρχεί, κάτι το οποίο υπήρχε στην ιστορική διαδρομή της ανθρωπότητας αλλά και το βιώνει στη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα. Παράλληλα όμως γνωρίζει και βιώνει στη Θεία Ευχαριστία ότι το κακό δεν έχει ύπαρξη, δεν διαιωνίζεται γνωρίζει ότι στο μέλλον θα υπάρξει «τελεία της κακίας και της αμαρτίας αναίρεσις» (Ιωάννης ο Δαμασκηνός). Είναι βέβαιος για την ανυπαρξία του θανάτου. Στην Αναστάσιμη καθημερινή Θεία Λειτουργία δεν υπάρχει η απομόνωση του θανάτου αλλά ενότητα και αγαπητική αλληλοπεριχώρηση.

Ο Χριστός κατέβηκε στον Άδη και για τους άλλους γιατί εκούσια σταυρώθηκε και υπέρ πάντων. Ενδιαφέρθηκε και ενδιαφέρεται στην Εκκλησία Του για όλους, γιά τους απωλεσμένους, τους αφανισμένους μέσα στην απομόνωση του θανάτου, σε όλους που πιστεύουν ότι με το θέαμα θα νικήσουν τον θάνατο.

Η Ανάσταση είναι ζωή και κοινωνία σχέσεων συμμετοχής στη χαρά της αδιάκοπης συνύπαρξης μαζί Του και με τους άλλους, όποιοι και αν είναι οι άλλοι. Αυτός που ζεί απο την Ανάσταση και για την Ανάσταση, αυτός που συμμετέχει στο τραπέζι της Θείας Ευχαριστίας δεν μπορεί να διακρίνει τον εαυτό του απο την πηγή της ζωής. Μπορεί και δραπετεύει καθημερινά από τα δεσμά της ιδιοπροσωπείας και των καταναλωτικών θεαμάτων και δεν είναι πειθήνιο όργανο των διαχειριστών της όποιας εξουσίας.

Ο αληθινός χριστιανός που συμμετέχει στην Ανάσταση ποιεί καθημερινά την έξοδο «εις την ελευθερίαν της δόξης του Θεού». (Ρωμ. 8. 21), αγαπά και συν-χωρεί με τον άπιστο, τον υβριστή του, τον αλλόθρησκο, τον αλλόδοξο, τον πρόσφυγα, την καταπιεσμένη γυναίκα, το παιδί που υποφέρει από τον ελεεινό βιαστή, τον αδελφό του που καταπιέζεται για το σεξουαλικό του προσανατολισμό εν κατακλείδι συν-βιώνει με κάθε διαφορετική ανθρώπινη ύπαρξη που δεν ζει χαροποιά.

Share this post