Η Βυζαντινή μουσική άϋλη πολιτιστική κληρονομιά ανθρωπότητας

Η Βυζαντινή μουσική άϋλη πολιτιστική κληρονομιά ανθρωπότητας

Η ψαλτική τέχνη (βυζαντινή μουσική)» εντάχθηκε στον Αντιπροσωπευτικό Κατάλογο της Άϋλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ανθρωπότητας. Η ένταξη εγκρίθηκε μετ’ επαίνων από την Διακυβερνητική Επιτροπή της Σύμβασης της UNESCO για τη Διαφύλαξη της Άϋλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς στην 14η ετήσια συνεδρία της, που άρχισε, στις 9 έως τις 14 Δεκεμβρίου, στην Μπογκοτά της Κολομβίας.
Ο φάκελος υποψηφιότητας, που συνέταξαν από κοινού Κύπρος και Ελλάδα με τη στήριξη της Κυπριακής Εθνικής Επιτροπής UNESCO και της Διεύθυνσης Νεότερης Πολιτιστικής Κληρονομιάς του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού της Ελλάδας, τεκμηριώνει την αξία της «Ψαλτικής Τέχνης» ως το κύριο μέσον επικοινωνίας της θρησκευτικής λατρείας των ανά την υφήλιο ορθόδοξων χριστιανών και σπουδαίο είδος φωνητικής μουσικής τέχνης. Στόχος της εγγραφής είναι η ανάδειξη της σημασίας μελέτης και διάσωσης της ψαλτικής προς όφελος των νεότερων γενεών, αλλά και η ευαισθητοποίηση όλων των αρμοδίων και εμπλεκομένων φορέων για την πραγματοποίηση δράσεων προβολής και διάδοσης. Η σημασία της πρωτοβουλίας αυτής έγκειται επίσης στη συνειδητοποίηση και συνέργεια των σχετικών φορέων για τη διαφύλαξη και καταγραφή με όλα τα σύγχρονα μέσα (π.χ. οπτικογράφηση, καταλογογράφηση, ψηφιοποίηση) των διαφορετικών παραδόσεων της ψαλτικής τέχνης, αλλά και των υλικών καταλοίπων, στα οποία έχει αποτυπωθεί (μουσικά χειρόγραφα, τέχνη), με σκοπό τη διάσωση, διδασκαλία και διάδοση μίας κοινής πολιτισμικής παράδοσης, που ανάγει τις ρίζες της στην αρχαία ελληνική μουσική και διαπέρασε τις χιλιετηρίδες ως μουσική παράδοση εκατομμυρίων ανθρώπων.

 

Ο βυζαντινός χορός της Μονής Κύκκου με χοράρχη τον Άριστο Θουκιδίδη

Σε μήνυμά της από την Μπογκοτά της Κολομβίας, η εκπρόσωπος της Κύπρου στη Διακυβερνητική Επιτροπή και διορισμένη εμπειρογνώμονας της Κύπρου ως χώρας μέλους της Σύμβασης για τη Διαφύλαξη της Άϋλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς,  Δρ Άγγελ Νικολάου Κονναρή, επισημαίνει την ιδιαίτερα σημαντική συνεισφορά της ψαλτικής τέχνης στη διατήρηση της συνέχειας της αρχαίας ελληνικής με τη μεσαιωνική και νεότερη ελληνική και με την κυπριακή διάλεκτο, καθώς επίσης την επίδρασή της στη δημοτική και λαϊκή ελληνική μουσική. «Τέχνη απαράμμιλλης λυρικότητας και πλήρες μουσικό σύστημα, η βυζαντινή μουσική αποτελεί έναν συγκλονιστικό συνδυασμό λόγου και στίχου, μουσικής και ρυθμού, χαρακτηριστικά που την καθιστούν ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της συλλογικής ταυτότητας των Ελλήνων», αναφέρει.
Η πρόεδρος της Κυπριακής Εθνικής Επιτροπής UNESCO , Λουκία Λοΐζου Χατζηγαβριήλ, χαιρετίζει την πολύ σημαντική για την Κύπρο, αλλά και τους απανταχού ελληνόφωνους και ορθόδοξους χριστιανούς, απόφαση της UNESCO. «Πρόκειται για σημαντική προσθήκη στον Κατάλογο Άϋλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς», σημειώνει ο διευθυντής των Πολιτιστικών Υπηρεσιών του Κυπριακού Υπουργείου Παιδείας, Πολιτισμού,  Παύλος Παρασκευάς «αφού η ψαλτική τέχνη, και γενικότερα η βυζαντινή μουσική, συνεισέφερε ουσιαστικά στη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής μουσικής και στην καλλιέργεια της μουσικής στην καθημερινότητα των ανθρώπων διαμέσου των αιώνων».
«Ευελπιστούμε» αναφέρει η μουσικολόγος και λειτουργός της Κυπριακής Εθνικής Επιτροπής UNESCO, δρ Αντιγόνη Πολυνείκη, «ότι η παγκόσμια αναγνώριση της ψαλτικής τέχνης και της βυζαντινής μουσικής ως μοναδικής αξίας προφορικής παράδοσης και μουσικού συστήματος, θα ενισχύσει τις προσπάθειες που καταβάλλονται για τη διαφύλαξη και μεταβίβαση της στις νεότερες γενιές».
«Εκφράζουμε την αμέριστη ικανοποίησή μας που η πρόταση του Ιδρύματος Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ’ και της Κυπριακής Επιτροπής Βυζαντινών Σπουδών να συμπεριληφθεί η Ψαλτική Τέχνη στον Εθνικό Κατάλογο της Άϋλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Κύπρου άνοιξε τον δρόμο σε μια παγκόσμια αναγνώριση της βυζαντινής μουσικής παράδοση. Αυτό έγινε κατορθωτό χάρη στη συνεργασία ανάμεσα στους φορείς μας για καταγραφή όλων των δράσεων που γίνονται σε εκκλησιαστικούς χώρους, σε σχολές ψαλτικής, στην εκπαίδευση, από κληρικούς και λαϊκούς, για να διατηρηθεί αυτή η παράδοση» ανέφερε ο διευθυντής του Βυζαντινού Μουσείου Ιδρύματος Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄ δρ Ιωάννης Ηλιάδης.
«Αποτελεί μια τέχνη που πέραν της γραπτής παραδόσεως, μεταφέρεται από γενιά σε γενιά, από στόμα σε στόμα, από το δάσκαλο στο μαθητή, όσον αφορά στον τρόπο εκτέλεσής της, μιας και ο συγκεκριμένος αυτός τρόπος δεν μπορεί να μεταδοθεί, παρά μόνο διά ζώσης. Αυτό είναι ίσως το βασικότερο στοιχείο που καθιστά αυτή την τέχνη μοναδική, αφού ξεκινά από την ίδρυση της Εκκλησίας στους Αποστολικούς χρόνους, και φτάνει ως τις μέρες μας, διανύοντας μια πορεία 2000 χρόνων», σημειώνει ο πρωτοπρεσβύτερος, Νικόλαος Λυμπουρίδης, χοράρχης της Βυζαντινής Χορωδίας , «Ρωμανός ο Μελωδός».

 

Η βυζαντινή χορωδία της Μητρόπολης Λεμεσού “Ρωμανός ο Μελωδός” με χοράρχη τον πρωτοπρεσβύτερο Νικόλαο Λυμπουρίδη.

Την υποψηφιότητα εγγραφής της «Ψαλτικής Τέχνης» στον Παγκόσμιο Κατάλογο, στήριξαν, μεταξύ άλλων, οι Πολιτιστικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, η Ειδική Επιτροπή για την Άϋλη Πολιτιστική Κληρονομιά, το Πολιτιστικό Ίδρυμα του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ’, η Κυπριακή Επιτροπή Βυζαντινών Σπουδών, το Βυζαντινό Μουσείο, η Εταιρεία Κυπριακών Σπουδών, το Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, η Έδρα UNESCO του Πανεπιστημίου Λευκωσίας, το Τμήμα Οπτικοακουστικών Παραγωγών Mediazone του Πανεπιστημίου Λευκωσίας, ο Βυζαντινός Χορός Ιεροψαλτών της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου «Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός», η Χορωδία Βυζαντινής μουσικής «Ρωμανός ο Μελωδός», ο Χορός ψαλτών «Κύπριοι Μελωδοί», η Σχολή Βυζαντινής Μουσικής της Ιεράς Μονής Κύκκου, η Σχολή Εκκλησιαστικής και Παραδοσιακής Μουσικής της Ιεράς Μητρόπολης Λεμεσού και η Ιερά Μονή Αγίου Ηρακλειδίου.

Η άμεση σχέση της ψαλτικής τέχνης με την Ορθόδοξη Εκκλησία, καταδεικνύει ότι αυτή αναπτύχθηκε και εδραιώθηκε στις περιοχές όπου πρωτοεξαπλώθηκε η χριστιανική Εκκλησία και στα μεγάλα της εκκλησιαστικά κέντρα.

Δεξιά ο διευθυντής της Σχολής Βυζαντινής Μουσικής της Αρχιεπισκοπής Κύπρου, πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Δημοσθένους

Πρωτίστως, στον γεωγραφικό χώρο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, με επίκεντρο την πρωτεύουσά της, την Κωνσταντινούπολη, και κεντρικό φορέα αυτής της τέχνης τη λειτουργική ζωή στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και την Αγία Σοφία, στην Μοναστική Κοινότητα του Αγίου Όρους με την ακατάπαυστη λειτουργική ζωή, και στις κατά τόπους Εκκλησίες, όπως της Κύπρου, της Αντιόχειας, των Ιεροσολύμων, της Αλεξάνδρειας, κλπ.
Έτσι, ταυτόχρονα με την εξέλιξη και τη γενικότερη οργάνωση της λειτουργικής ζωής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, η ψαλτική τέχνη συμπορεύεται και αναπτύσσεται παράλληλα με τη λατρευτική ζωή και τη διαμόρφωση του υμνολογίου. Όπως κάθε ζωντανή παράδοση, η ψαλτική γνώρισε σημαντικές αλλαγές κατά τη μακρά ιστορία της, σε συνάρτηση με ιστορικούς, θεολογικούς και τελετουργικούς παράγοντες, μέχρι να πάρει βαθμιαία τη σημερινή της μορφή.
Η τέχνη της μονοφωνικής μουσικής απόδοσης των θρησκευτικών ύμνων χωρίς μουσικά όργανα μεταδιδόμενη από γενιά σε γενιά διατηρεί ένα τεράστιο πλούτο αφού παρουσιάζει διαχρονικότητα και ανθεκτικότητα. Η ψαλτική τέχνη μέσα από την εξελικτική διαδικασία που επιφέρει ο χρόνος, με τις αλλαγές, τις προσθήκες, τις συντμήσεις, τις αφαιρέσεις, τη νέα παραγωγή κλπ., παραμένει πιστή στην παράδοση. Τα κύρια χαρακτηριστικά της τέχνης αυτής έχουν παραμείνει αναλλοίωτα ανά τους αιώνες: 1) Φωνητική μουσική χωρίς συνοδεία οργάνων. Η χρήση των οργάνων (π.χ. ταμπουράς, ψαλτήριο) περιορίζεται κατά περίπτωση στη διαδικασία της εκμάθησης, 2) Αυστηρά μονοφωνική μουσική: Η εναρμόνιση της μελωδίας περιορίζεται στη χρήση ισοκρατήματος, 3) Τροπική μουσική με χρήση της Οκτώηχου (οκτώ εκκλησιαστικοί τρόποι που ονομάζονται ήχοι) και του φυσικού κουρδίσματος, με βάση τη σειρά των αρμονικών. 3) Ελεύθερος και μεταβαλλόμενος ρυθμός, ο οποίος καθορίζεται από τον τονισμό των λέξεων, 4) Παρασημαντική σημειογραφία (οι φθόγγοι που χρησιμοποιούνται δεν ορίζουν συγκεκριμένο ύψος αλλά σχετικό, ενώ ειδικοί χαρακτήρες καθορίζουν τη χρονική διάρκεια και την συναισθηματική έκφραση).
Η ιστορία της ψαλτικής ανάγεται ήδη στους πρώτους αποστολικούς χρόνους και κινήθηκε παράλληλα με την ανάπτυξη της υμνογραφίας αφού αρχικά επένδυσε παλαιοδιαθηκικά κείμενα (ψαλμούς του Δαυίδ). Σημειογραφικά την βλέπουμε σε παπύρους του 3ου αι. και κατόπιν σε περγαμηνά χειρόγραφα, χαρακτηρισμένη ως παλαιοβυζαντινή γραφή. Περνώντας από διάφορα στάδια εξέλιξης και εξήγησης χαρακτηρίζεται ως μεσοβυζαντινή σημειογραφία μετά την Άλωση και τελικά ως νεοβυζαντινή μετά τον 18ο αι. Το 1814 οι μεγάλοι μεταρρυθμιστές της Βυζαντινής μουσικής σημειογραφίας Χρύσανθος εκ Μαδύτων, Γρηγόριος ο Πρωτοψάλτης και Χουρμούζιος ο Χαρτοφύλακας εισάγουν τη νέα μέθοδο γραφής (παρασημαντική) των εκκλησιαστικών ύμνων. Την ίδια περίοδο στην Κύπρο ο αρχιεπίσκοπος Κυπριανός, έστειλε στην Κωνσταντινούπολη κληρικούς να μάθουν την νέα μέθοδο, την οποία δίδαξαν αργότερα στο νησί. Σημαντικές φυσιογνωμίες για την εξέλιξη της ψαλτικής τέχνης στην Κύπρο στα τέλη του 19ου και αρχές 20ού αιώνα είναι οι Οικονόμος Χαράλαμπος και Στυλιανός Ελευθεριάδης (Χουρμούζιος), οι οποίοι διακρίθηκαν για τη διδασκαλία τους και την συγγραφική τους δράση. Συνεχιστής του έργου τους και σημαντικός μελετητής της βυζαντινής μουσικής της Κύπρου ήταν ο άρχων Πρωτοψάλτης της Εκκλησίας της Κύπρου, Θεόδουλος Καλλίνικος (1904-2004).

Ο μακαριστός Θεόδουλος Καλλίνικος

Με την επίσης πλούσια συγγραφική του δράση, αλλά και με την έρευνα, τις εκπομπές του στο ραδιόφωνο, και τις ηχογραφήσεις του, κατέγραψε την εκκλησιαστική και τη δημώδη βυζαντινή μουσική παράδοση της Κύπρου και την παρέδωσε στις νεότερες γενιές.
Σήμερα, ο κεντρικός χώρος μετάδοσης της ψαλτικής τέχνης, είναι ο ιερός ναός, στον οποίο τελούνται οι λατρευτικές ακολουθίες της Εκκλησίας με τους θρησκευτικούς ψαλμούς, προσευχές, δεήσεις, αγιογραφικά αναγνώσματα και ύμνους και είναι συνυφασμένος με τα σπουδαιότερα γεγονότα της ζωής του κάθε Χριστιανού. Η τέλεση της Θείας Λειτουργίας, των Μυστηρίων, αλλά και των σημαντικών θρησκευτικών τελετών της κοινότητας, όπως η βάπτιση, ο γάμος, η κηδεία, καθώς και η συμμετοχή των πιστών στις μεγάλες θρησκευτικές εορτές προσδίδουν στον ναό κεντρικό ρόλο στη ζωή της κοινότητας των πιστών. Ο ναός αναγκαστικά καθίσταται ο χώρος στον οποίο η ψαλτική τέχνη, μεταδίδεται κυρίως εμπειρικά, δηλαδή με την εφαρμογή της στην πράξη. Η διδασκαλία της ψαλτικής τέχνης προηγείται πάντοτε της εμπειρικής πράξης σε σχολές ψαλτικής ή με τη μαθητεία σε καταξιωμένους ή πεπειραμένους ψάλτες. Η ακουστική και η εμπειρική εκμάθηση της ψαλτικής αποτελεί ουσιαστικό κομμάτι της σωστής εκπαίδευσης των ψαλτών, αφού η γραπτή απόδοση των ύμνων και ψαλμών μέσω της παρασημαντικής σημειογραφίας είναι περιγραφική και διασώζει κυρίως τα βασικά τους στοιχεία.
Στην σύγχρονη Κύπρο του 21ου αιώνα, η ψαλτική τέχνη εξακολουθεί να κατέχει σημαντικό ρόλο στη θρησκευτική ζωή των Κυπρίων και συμβάλλει στην ανάπτυξη της σύγχρονης καλλιτεχνικής δημιουργίας και της μουσικής εκπαίδευσης γεφυρώνοντας χιλιόχρονες πολιτιστικές αξίες με τις ανάγκες του σήμερα.
Σε δύσκολους καιρούς, η ανάγκη για επιστροφή στις ρίζες, στην παράδοση και τις αξίες καθίσταται ακόμα πιο έντονη. Αντίστοιχα με την επιστροφή στην παραδοσιακή βυζαντινή αγιογραφία (Νεοαναγεννησιακή και Νεοβυζαντινή τέχνη), παρουσιάζεται ένα ανανεωμένο ενδιαφέρον μελέτης και διάδοσης της παραδοσιακής βυζαντινής μουσικής (εκκλησιαστικής και κοσμικής) όχι μόνον από τους άμεσα ενδιαφερόμενους φορείς, αλλά και από ερευνητές με συγγενή ενδιαφέροντα.

*Δείτε το φιλμάκι
https://www.youtube.com/watch?v=HsmWsDdUlNU

 

*Επίσης, δείτε και ακούστε  βυζαντινούς ύμνους

Άρχων Πρωτοψάλτης της ΜΧΕ , Παναγιώτης Νεοχωρίτης, “Κύριε εκέκραξα”

(+) Μητροπολίτης Πατρών Νικόδημος 

https://youtu.be/oCBM-Uigoow?t=258

π. Γεώργιος Τσέτσης – «Άξιον εστίν», ήχ. γ΄

https://www.youtube.com/watch?v=LF8Pgc5Cah8

«Δεύτε ίδωμεν πιστοί που εγεννήθει ο Χριστός» – (+)Λυκούργος Αγγελόπουλος
https://www.youtube.com/watch?v=6RwII1sAO54

Χορωδία Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου «Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός»

«ΤΡΙΣΑΓΙΟΝ – ΔΥΝΑΜΙΣ», πλΔ – Χορωδία Μονής Κύκκου
https://www.youtube.com/watch?v=HYvJiPkNLJg

Χορωδία Ρωμανός ο Μελωδός
https://www.youtube.com/watch?v=cr-

*Στην πρώτη φωτογραφία ο Άρχων Πρωτοψάλτης της ΜΧΕ , Παναγιώτης Νεοχωρίτης

Share this post