Η Σμύρνη στις αρχές του 20ου αιώνα

Η Σμύρνη στις αρχές του 20ου αιώνα

Μέσα από τα μάτια του βυζαντινολόγου Γεωργίου Λαμπάκη

Ολοκληρώνεται, στις 30 Απριλίου 2023, στο  Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο Αθηνών  η περιοδική έκθεση με τίτλο: «Η Σμύρνη στις αρχές του 20ου αι. Μέσα από τα μάτια του βυζαντινολόγου Γεωργίου Λαμπάκη». Η  έκθεση  συνδιοργανώνεται από το Διιδρυματικό Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών «Διαχείριση Μνημείων: Αρχαιολογία, Πόλη και Αρχιτεκτονική» και το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο Αθηνών . Η μουσειολογική και μουσειογραφική προμελέτη και μελέτη πραγματοποιήθηκε από τους συνολικά 52 μεταπτυχιακούς φοιτητές του διεπιστημονικού σεμιναρίου του εν λόγω Προγράμματος. 

Η έκθεση είναι ανοικτή από Δευτέρα: 08:30-15:30
Τρίτη: ΚΛΕΙΣΤΗ και στις επίσημες αργίες
Τετάρτη-Κυριακή: 08:30-15:30. 

Το Αρχείο Οικογένειας Λαμπάκη περιλαμβάνει τα αρχεία των μελών της οικογένειας, που από τα τέλη του 19ου αιώνα παίζουν σημαντικό ρόλο στην ελληνική κοινωνία. Ιδιαίτερα, στο αρχείο του βυζαντινολόγου Γεωργίου Λαμπάκη συγκεντρώνεται πλήθος πληροφοριών τόσο για τα μνημεία όσο και για τις ελληνικές κοινότητες της Μικράς Ασίας των αρχών του 20ου αιώνα.

Οι θησαυροί του αρχείου

Το Αρχείο αυτό, ένα σημαντικό εργαλείο για τους ερευνητές, αποτελείται από επιμέρους αρχεία, όπως είναι το αρχείο επιγραφών, όπου διασώζονται ελληνικές επιγραφές σε ναούς και αντικείμενα, που σήμερα έχουν οριστικά χαθεί· το αρχείο επιστολών από σημαντικούς παράγοντες των ελληνικών κοινοτήτων, όπου αναδύονται τα προβλήματα, οι αγωνίες και οι αντιθέσεις του Ελληνισμού της περιοχής· και το αρχείο των ημερολογίων από τις περιηγήσεις του Γεωργίου Λαμπάκη, που δεν πρόλαβε να δημοσιεύσει και αφορούν κυρίως χριστιανικά μνημεία κάθε περιόδου.

Καρτ-ποστάλ: Καμηλιέρηδες στη Σμύρνη (πηγή: Αρχείο Οικογένειας Λαμπάκη)

Ο Γεώργιος Λαμπάκης, και λόγω της θέσης του, ως ιδιαίτερος Γραμματέας της Βασίλισσας Όλγας, επιχειρεί να παίξει ένα ρόλο διαμεσολαβητικό ανάμεσα στο ελληνικό κράτος και στον Ελληνισμό της Μικράς Ασίας.

Ημίεργη σχιστολιθική πλάκα, 5ος – 6ος αιώνας μ.Χ. Η πλάκα βρέθηκε τυχαία από τον Γεώργιο Σωτηρίου στον αρχαιολογικό χώρο της μεσαιωνικής Εφέσου (Αγιασολούκ). Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, ΒΧΜ 2911.

Η έκθεση χρησιμοποιεί το αρχείο του βυζαντινολόγου Γεωργίου Λαμπάκη ως όχημα για να παρουσιάσει τη Σμύρνη, την πρωτεύουσα της Ιωνίας, την κοινωνία, τα μνημεία και τους ανθρώπους της ως παράδειγμα ανάμεσα στις υπόλοιπες πόλεις της Μικράς Ασίας. Αρχικά, σκιαγραφούνται το έργο και η προσωπικότητα του Γεωργίου Λαμπάκη, καθώς και οι γενικότερες ιστορικές και κοινωνικοπολιτικές συνθήκες της δράσης του.

 

(ΦΩΤΟ : Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο)

Η περιοχή της Μικράς Ασίας, αλλά και ο τρόπος που την αντιλαμβάνεται ο Γεώργιος Λαμπάκης, μέσα από το βιβλίο του «Οι Επτά Αστέρες της Αποκαλύψεως» είναι το επόμενο σημείο ενδιαφέροντος για τον επισκέπτη. Η Σμύρνη, τα κτήρια, η κοινωνία, οι άνθρωποι εμφανίζονται μέσα από επιστολέςεφημερίδεςφωτογραφίες και καρτ-ποστάλ της εποχής των αρχών του 20ου αιώνα.

Φωτογραφία από την ανασκαφή του Αγίου Ιωάννου Θεολόγου στην Έφεσο, όπου διακρίνονται κιονόκρανα. Αντίστοιχα, εκτίθεται και η γυάλινη φωτογραφική πλάκα (γυάλινο αρνητικό) της φωτογραφίας. Ιστορικά και Φωτογραφικά Αρχεία ΒΧΜ, Αρχείο Γ. Σωτηρίου.

Το τελευταίο μέρος της έκθεσης παρουσιάζει την πρόσληψη των μνημείων από τον Γεώργιο Λαμπάκη, που καταγράφει τα μνημεία της Μικράς Ασίαςαρχαία και βυζαντινά, την ανάδειξη του τόπου μαρτυρίου του αγίου Πολυκάρπου ως τόπου μνήμης για την ελληνική κοινότητα της πόλης, τη σημασία των ελληνικών επιγραφών και, τέλος, το ρόλο που έπαιξε η αρχαιολογία στο πλαίσιο της Μεγάλης Ιδέας.

Το αρχείο του Γεωργίου Σωτηρίου, που φυλάσσεται στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, επιτρέπει την επέκταση της αφήγησης της έκθεσης έως πριν την καταστροφή του 1922, καθώς εκείνος διηύθυνε ανασκαφές στην περιοχή της Σμύρνης, την περίοδο της ελληνικής διοίκησης της περιοχής.

Το τελευταίο μέρος της έκθεσης παρουσιάζει την πρόσληψη των μνημείων από τον Γεώργιο Λαμπάκη, που καταγράφει τα μνημεία της Μικράς Ασίας, αρχαία και βυζαντινά, την ανάδειξη του τόπου μαρτυρίου του αγίου Πολυκάρπου ως τόπου μνήμης για την ελληνική κοινότητα της πόλης, τη σημασία των ελληνικών επιγραφών και, τέλος, το ρόλο που έπαιξε η αρχαιολογία στο πλαίσιο της Μεγάλης Ιδέας.

Το αρχείο του Γεωργίου Σωτηρίου, που φυλάσσεται στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, επιτρέπει την επέκταση της αφήγησης της έκθεσης έως πριν την καταστροφή του 1922, καθώς εκείνος διηύθυνε ανασκαφές στην περιοχή της Σμύρνης, την περίοδο της ελληνικής διοίκησης της περιοχής.

Πρόκληση για τους φοιτητές του προγράμματος

Η ίδια η έκθεση αποτελεί παράλληλα ένα εκπαιδευτικό εργαστήριο για τους φοιτητές του «Διεπιστημονικού Σεμιναρίου» του Δ.Π.Μ.Σ. «Διαχείριση Μνημείων: Αρχαιολογία, Πόλη και Αρχιτεκτονική».

Στο πλαίσιο αυτό, οι φοιτητές έρχονται αντιμέτωποι με τις πραγματικές συνθήκες οργάνωσης μιας περιοδικής έκθεσης, σε συνεργασία με το πολύπειρο προσωπικό του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου. Με γνώμονα την πολυαισθητηριακή εμπειρία, δημιουργείται μια νεωτερική μουσειολογική και μουσειογραφική προσέγγιση που συνδυάζει: ιστορικά αρχειακά τεκμήρια, ψηφιακό οπτικοακουστικό υλικό και μια pop εκδοχή της Σμύρνης, μέσω ενός γκραφίτι, από τον νεαρό καλλιτέχνη Soteur – Σωτήρη Φωκέα. 

                                      Soteur- Σωτήρης Φωκέας. Όνειρο, Ακρυλικό και μελάνι σε καμβά (190 Χ 520 εκ.) 2022.

Ο Σωτήρης Φωκέας, γνωστός στο ευρύ κοινό ως Soteur, συζητά την Κυριακή 5 Μαρτίου του 2023 με το κοινό του μουσείου, τους μεταπτυχιακούς φοιτητές, τους ειδικούς και τον επιμελητή της περιοδικής έκθεσης «Η Σμύρνη στις αρχές του 20ού αιώνα μέσα από τα μάτια του βυζαντινολόγου Γεωργίου Λαμπάκη», Δρ. Διονύσιο Μουρελάτο σχετικά με το έργο του, την καλλιτεχνική και επαγγελματική του πορεία καθώς και για τη συμμετοχή του σε μια ιστορική έκθεση. 

Πώς συνδυάζεται η pop art με μια έκθεση αρχειακών τεκμηρίων; Ποιος είναι ο ρόλος του καλλιτέχνη και πώς συνομιλεί με την ιστορία της Σμύρνης των αρχών του 20ου αιώνα; Πρόκειται για μερικές από τις ερωτήσεις που θα τεθούν προς συζήτηση!

Ώρα 11:00, 1 ομάδα των 25 ατόμων
Ώρα 12:00, 1 ομάδα των 25 ατόμων

Ταυτόχρονα στον χώρο του έργου του «Όνειρο», που εκτίθεται στην περιοδική έκθεση «Η Σμύρνη στις αρχές του 20ού αιώνα μέσα από τα μάτια του βυζαντινολόγου Γεωργίου Λαμπάκη» λαμβάνει χώρα εκπαιδευτικό πρόγραμμα για παιδιά ηλικίας από 8 ετών.

Ώρα 11:00, 25 άτομα
Ώρα 12:00, 25 άτομα

Η συνάντηση θα πραγματοποιηθεί στον χώρο της περιοδικής έκθεσης. 

Απαραίτητη η δήλωση συμμετοχής στο email [email protected] και στο τηλέφωνo +213 213 9507 (από Δευτέρα έως και Παρασκευή, ώρες 10:00 έως 13:00).

«Οι Επτά Αστέρες της Αποκαλύψεως»

Το έργο, η προσωπικότητα και η δράση του Γεωργίου Λαμπάκη αποτελούν σημαντικό μέρος της έκθεσης -άλλωστε, σε μεγάλο μέρος το σκεπτικό της έκθεσης στηρίζεται στο έργο του «Οι Επτά Αστέρες της Αποκαλύψεως».

Φωτογραφία από την ανασκαφή του Αγίου Ιωάννου Θεολόγου στην Έφεσο, όπου διακρίνονται κιονόκρανα (πηγή: Ιστορικά και Φωτογραφικά Αρχεία Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου / Αρχείο Γ. Σωτηρίου)

Ο Γεώργιος Λαμπάκης πέθανε το 1914 και επομένως το αρχείο του σταματάει σε αυτή τη χρονολογία. Αξιοποιήθηκε, ωστόσο, και το αρχείο του Γεωργίου Σωτηρίου, που διηύθυνε ανασκαφές στην περιοχή την περίοδο της ελληνικής διοίκησης της περιοχής της Σμύρνης (1919-1922) και έτσι επεκτάθηκε εννοιολογικά η έκθεση έως το 1922.

**********************************************************

 Γεώργιος Λαμπάκης (1854-1914), Βυζαντινολόγος: “Ο σκαπανέας της μελέτης και διαφύλαξης των χριστιανικών μνημείων στην Ελλάδα”

Ο Γεώργιος Δ. Λαμπάκης (Γ.Λ.) γεννήθηκε στις 18 Φεβρουαρίου 1854 στην Αθήνα, υιός του Δημητρίου Λαμπάκη και της Τήνιας Μαργαρίτας Πλατή/ύ, τρίτος από τα τέσσερα παιδιά της οικογένειας (Ιωάννης, Ελένη, Γεώργιος, Εμμανουήλ). Η μητέρα του, από οικογένεια που πιθανότατα είχε καταφύγει στο Μουντάδος της Τήνου μετά την καταστροφή της Χίου, είχε ανατραφεί στο περιβάλλον της Μονής Κεχροβουνίου και του Πανελληνίου Ιερού Ιδρύματος Ευαγγελιστρίας της Τήνου
(ΠΙΙΕΤ), και μετέδωσε στα παιδιά της μια παράδοση ευσέβειας που σφράγισε τις επιλογές και την πορεία του Γ.Λ.

Τα ίχνη του πατέρα χάθηκαν σε αναζήτηση διεξόδων εργασίας, και η οικογένεια στηρίχτηκε αποκλειστικά στη μητέρα. Τη δύσκολη αυτή στιγμή αρωγός στη Μαργαρίτα Λαμπάκη ήρθε το οικείο τηνιακό περιβάλλον του της Μονής του Κεχροβουνίου και του Ιδρύματος της Ευαγγελιστρίας.

                                                                                 (Πηγή: Αρχείο Οικογένειας Λαμπάκη)

Με υποτροφία του τελευταίου ο Γ.Λ. φοίτησε στη Ριζάρειο Εκκλησιαστική Σχολή, ενώ με την προστασία του Ναυάρχου Κανάρη συνέχισε τις σπουδές του στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και στη συνέχεια μετεκπαιδεύτηκε στη Γερμανία, στα Πανεπιστήμια Μονάχου, Λειψίας, Βερολίνου και Ερλάγγης. Από το τελευταίο έλαβε και τον τίτλο του διδάκτορος της Χριστιανικής Αρχαιολογίας, υποβάλλοντας διατριβή με θέμα τις χριστιανικές αρχαιότητες της Αττικής.

Επιστρέφοντας από τη Γερμανία, 29χρονος διδάκτορας, δημοσίευσε στην εφημερίδα «Αιών» (30.09.1883) το άρθρο: « Κατάστασις των παρ’ ημιν χριστιανικών αρχαιοτήτων », ανακινώντας ένα θέμα πρωτόγνωρο για την τότε ελληνική πραγματικότητα. Σε μικρό χρονικό διάσημα, στις 23 Δεκεμβρίου 1884, ιδρύθηκε η Χριστιανική Αρχαιολογική Εταιρεία (ΧΑΕ) από μια ολιγάριθμη ομάδα λογίων και το 1885 τοποθετήθηκε και πρώτος Γενικός Έφορος Χριστιανικών Αρχαιοτήτων. Στη θέση αυτή ο Γ.Λ. παρέμεινε για ελάχιστο διάστημα καθώς σύντομα προσλήφθηκε ως ιδιαίτερος γραμματέας της Βασίλισσας Όλγας, η οποία και έθεσε την ΧΑΕ υπό την προστασία της.

Η θέση του βασιλικού γραμματέα άνοιξε για τον Γ.Λ. νέους ορίζοντες προσφέροντας δύο μεγάλες δυνατότητες: γνωριμίες και ελευθερία κινήσεων. Στις άμεσες αρμοδιότητες του βασιλικού γραμματέα ήταν και το φιλανθρωπικό έργο της βασίλισσας, που εκτεινόταν στα γεωγραφικά όρια όχι μόνο του ελεύθερου αλλά και του υπόδουλου ελληνισμού, και υποστηριζόταν από φορείς, συλλόγους και παράγοντες των τοπικών κοινωνιών. Μ’ αυτό τον τρόπο δόθηκε στον Γ.Λ. η ευκαιρία αλλεπάλληλων ταξιδιών στον ευρύτερο ελληνικό χώρο και τη Μικρά Ασία, μια ευκαιρία που εκμεταλλεύτηκε στο έπακρον για να ερευνήσει μνημεία και κειμήλια, να διασώσει ή να αναδείξει ό,τι μπορούσε, και κυρίως να οργανώσει και να αφήσει πίσω του πυρήνες ανθρώπων με ενδιαφέρον και φροντίδα για τις χριστιανικές αρχαιότητες του τόπου τους.

Το υλικό που συγκεντρώθηκε εμπλούτισε το Χριστιανικό Αρχαιολογικό Μουσείο και Τέχνης το οποίο είχε ιδρύσει το 1884 και στο οποίο ήταν Διευθυντής. Το Χριστιανικό Αρχαιολογικό Μουσείο και Τέχνης υπήρξε ο πυρήνας του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου Αθηνών. Το 1890 προκλήθηκε η έκδοση δύο εγκυκλίων, μία της Ι. Συνόδου και μία του Υπουργείου των Εκκλησιαστικών προς τους επισκόπους, ιερείς ηγουμένους και επιτρόπους προκειμένου να αποστείλουν στο Μουσείο παλαιά κειμήλια.

Ο Γ.Λ. « φιλάνθρωπος και ελεήμων, προστάτης πρόθυμος παντός έχοντος ανάγκην …. πιστός, τίμιος και αφοσιωμένος εκτελεστής των βουλών της Βασιλίσσης Όλγας », κατά τον Χρυσόστομο Παπαδόπουλο, ανέπτυξε και έντονη εθνική δραστηριότητα, κυρίως μέσα από τις περιοδείες του στις περιοχές του υπόδουλου ελληνισμού, και διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο σε σχετικές ζυμώσεις, όπως π.χ. στην υποψηφιότητα του μετέπειτα εθνομάρτυρα Χρυσοστόμου για το μητροπολιτικό θρόνο της Σμύρνης. Παραμένοντας πάνω απ’ όλα θεολόγος, ο Γ.Λ. προσπάθησε να συμβάλει και στο όραμα για τη χριστιανική ενότητα και ανέπτυξε σχέσεις με ετεροδόξους, κυρίως της Αγγλικανικής Εκκλησίας, την ένωση με την οποία υποστήριξε ένθερμα χωρίς να αποφύγει τις υπερβολές.

Το 1912 ιδρύθηκε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών η έδρα Βυζαντινής Τέχνης και Πολιτισμού. Από το πρώτο ενθουσιώδες δημοσίευμα του Γ.Λ., 29 χρόνια νωρίτερα, μια νέα γενιά αρχαιολόγων έχει ανατείλει. Για τη γενιά αυτή έχει παρατηρηθεί πως « τη χωρίζει με την προηγούμενη βαθιά τομή: η ανάπτυξη της ίδιας της επιστημονικής έρευνας για το Βυζάντιο ». Η ανάγκη για επιστημονική πλέον έρευνα θα υποσκελίσει την ενθουσιαστική Χριστιανική Αρχαιολογία του Γ.Λ. και ο ίδιος δεν θα κερδίσει την Πανεπιστημιακή θέση που πίστευε ότι του ανήκε δικαιωματικά. Πλήρης πικρίας πεθαίνει πρόωρα σε ηλικία 60 ετών στις 15.3.1914. Δέκα χρόνια νωρίτερα, τον Δεκέμβριο του 1904, είχε παντρευτεί την Ευθαλία Δημητριάδη.

Ο Γ.Λ. άφησε πίσω του ένα εκπληκτικό σε όγκο έργο τεκμηρίωσης χριστιανικών μνημείων, με πλήθος φωτογραφιών, σχεδίων και δημοσιεύσεων, καθώς και μεγάλο αριθμό δημοσιευμάτων . Παράλληλα, στο αρχείο της Οικογένειας Λαμπάκη διασώζονται αρχειοθετημένα σημαντικά τμήματα των καταλοίπων του, που αποτελούν πολύτιμο υλικό για τη μελέτη της χριστιανικής Αρχαιολογίας.

Νικόλαος Φύσσας, Υπ. Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών

Share this post