Η «κυβέρνηση των δικαστών»

Η «κυβέρνηση των δικαστών»

του Vincent Sizaire*

Η καταδίκη πολλών στελεχών του Εθνικού Συναγερμού, μεταξύ των οποίων και της Μαρίν Λεπέν, για διασπάθιση ευρωπαϊκών κονδυλίων άνοιξε πάλι τη συζήτηση για την «κυβέρνηση των δικαστών». Η κατηγορία αυτή μπορεί να είναι δημοφιλής μεταξύ κάποιων πολιτικών και δημοσιογράφων, αλλά δεν αντέχει σε σοβαρή ανάλυση.

Η έκφραση αναδείχθηκε από τον Γάλλο δικαστή Εντουάρ Λαμπέρ (1866-1947) και αναφέρεται στην παρέμβαση της δικαστικής εξουσίας στα πολιτικά πράγματα. Μια παρέμβαση που από μόνη της δεν είναι αθέμιτη, μπορεί να γίνει όμως αν οι αποφάσεις των δικαστών δεν είναι επαρκώς τεκμηριωμένες και περιορίζουν τη δράση των κυβερνώντων περισσότερο απ’ όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων των πολιτών.

Τέτοιες παρεκκλίσεις ήταν συχνές από την πλευρά του Ανωτάτου Δικαστηρίου των Ηνωμένων Πολιτειών, τόσο την εποχή του Λαμπέρ (με την καταπολέμηση των νόμων που προστάτευαν τους εργαζόμενους), όσο και τη σημερινή εποχή (με την προσπάθεια των δικαστών να άρουν τα κεκτημένα του κινήματος για τις ατομικές ελευθερίες).

Τίποτα τέτοιο δεν συμβαίνει στην Ευρώπη. Τα γεγονότα για τα οποία καταδικάζονται διάφοροι πολιτικοί αφορούν παραβάσεις του νόμου που δεν έχουν καμιά σχέση με τα καθήκοντά τους. Η απόφαση για τα στελέχη του Εθνικού Συναγερμού δεν αποκαλύπτει την ύπαρξη μιας «κυβέρνησης των δικαστών». Επικυρώνει την επαναστατική αρχή που θεσπίστηκε τη νύχτα της 4ης προς 5η Αυγούστου του 1789 και ορίζει την ισότητα όλων των πολιτών ενώπιον του νόμου. O ποινικός κώδικας του 1791 ορίζει πως όχι μόνο οι κυβερνώντες πρέπει να δικάζονται από τα ίδια όργανα που δικάζουν τους απλούς πολίτες, αλλά και ότι ορισμένα αδικήματα που αφορούν την ακεραιότητα επισύρουν γι’ αυτούς μεγαλύτερες ποινές.

Το συμπέρασμα δεν θα μπορούσε να είναι σαφέστερο: σε μια δημοκρατική κοινωνία, όπου κάθε πολίτης δικαιούται να απαιτεί όχι μόνο να γίνονται σεβαστά τα δικαιώματά του αλλά και να ισχύει εν γένει το κράτος δικαίου, κανείς δεν μπορεί να έχει προνόμια ή να απολαμβάνει εξαιρέσεις – κι αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο για τους αιρετούς. Ακριβώς επειδή υπάρχει η διαβεβαίωση ότι οι παρανομίες τους θα τιμωρηθούν αυστηρά, μπορούν να δηλώνουν εκπρόσωποί μας.

Η απαίτηση της νομικής ισότητας εφαρμόστηκε για πολλές δεκαετίες με κάποια χαλαρότητα. Μέχρι το τελευταίο τέταρτο του 20ού αιώνα, τα μέλη των ελίτ απολάμβαναν μια σχετική ατιμωρησία. Τα δεδομένα άλλαξαν μετά την αναγνώριση του δικαστικού συνδικαλισμού, το 1972. Η νέα γενιά δικαστών ανέλαβε να εποπτεύσει την τήρηση των νόμων απ’ όλους, ανεξαρτήτως της θέσης τους. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να καταδικαστούν τόσο διευθυντές επιχειρήσεων, όσο και πολιτικές προσωπικότητες, περιλαμβανομένων και πρώην Προέδρων της Δημοκρατίας.

Την εξέλιξη αυτή θέλει σήμερα να ακυρώσει η ρητορική περί «κυβέρνησης των δικαστών», που ακολουθεί την καταγγελία των λεγόμενων «κόκκινων δικαστών». Η ρητορική αυτή δεν θέλει να υπερασπιστεί τόσο την κυριαρχία του λαού, όσο την κυριαρχία των κυβερνώντων. Απέναντι σε αυτή την αντιδραστική αντεπίθεση, πρέπει να ληφθεί μέριμνα να ολοκληρωθεί η ιστορική διαδικασία που θα εξασφαλίζει την ισότητα όλων ενώπιον του νόμου.

(*) O Vincent Sizaire είναι Γάλλος δικαστής. Τα ενυπόγραφα κείμενα απηχούν τις απόψεις των συγγραφέων τους

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ από Le Monde

Share this post