Ελευθερία και γλώσσα

Ελευθερία και γλώσσα

Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας:  Η οικοδόμηση της εθνικής ταυτότητας στηρίζεται άμεσα στη γλωσσική ταυτότητα.

Του Χρήστου Κλαίρη*

Η συμβολική επιλογή της επετείου του θανάτου του Διονυσίου Σολωμού (9 Φεβρουαρίου) για να γιορτάζεται η «Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας» με οδηγεί να υπενθυμίσω την γνωστή ρήση του ποιητή στον Διάλογό του:

«μήγαρις έχω άλλο στο νου μου πάρεξ ελευθερία και γλώσσα»

Πληροφοριακά αναφέρω, καταρχήν, ότι η πρωτοβουλία για την καθιέρωση μιας ημέρας αφιερωμένης στη γλώσσα μας ξεκίνησε το 2014 από την «Ομοσπονδία Ελληνικών Κοινοτήτων και Αδελφοτήτων της Ιταλίας», με έμπνευση του καθηγητή Γιάννη Κορίνθιου. Αρχικά υπήρξε ένα σχέδιο νόμου με τίτλο «Καθιέρωση Παγκόσμιας Ημέρας Ελληνοφωνίας και Ελληνικού Πολιτισμού» με προτεινόμενη μέρα την 20η Μαΐου, ημέρα γέννησης του Σωκράτη και έναρξης της 1ης Οικουμενικής Συνόδου της Νικαίας το 325. Τελικά επελέγη η σημερινή μέρα, η 9η Φεβρουαρίου, ημέρα μνήμης του Διονυσίου Σολωμού (1798-1857) με Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΦΕΚ της 24ης Απριλίου 2017, αρ. 1384) και με τίτλο «Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας».

Η απόφαση αυτή υλοποιήθηκε για πρώτη φορά το 2018 με εκδηλώσεις σε διάφορα Κέντρα του κόσμου.

Ελευθερία και γλώσσα είναι έννοιες αλληλένδετες και δεν είναι τυχαίο ότι ο ποιητής διατυπώνει αυτή την αλήθεια σε μια ιστορική περίοδο όπου οικοδομείται το νεοσύστατο ελληνικό κράτος.

Η γλώσσα κάθε λαού αποτελεί το σπουδαιότερο πολιτισμικό μνημείο πάνω στο οποίο βρίσκεται ανεξίτηλα αποτυπωμένη όλη η ιστορία του. Πάνω στη γλώσσα σμιλεύεται η ιστορία κάθε λαού.

Φαντασθείτε μια Ελλάδα ελεύθερη που δεν μιλάει ελληνικά! Αλλά με το ίδιο σκεπτικό φαντασθείτε μια Γαλλία που δεν μιλάει γαλλικά, μια Γερμανία που δεν μιλάει γερμανικά κ.ο.κ.!

Με άλλα λόγια η οικοδόμηση της εθνικής ταυτότητας στηρίζεται άμεσα στη γλωσσική ταυτότητα. Η Ελλάδα υπάρχει ως Ελλάδα γιατί μιλάει ελληνικά. Αν θέλουμε να διαφυλάξουμε την ελληνικότητά μας είναι απαραίτητο να διαφυλάξουμε τη γλώσσα μας ως κόρην οφθαλμού.

Η γλώσσα, κάθε γλώσσα, είναι άρρηκτα συνυφασμένη με τον ανθρώπινο βίο, με την ανθρώπινη ζωή. Μέσα στη γλώσσα που χρησιμοποιεί κάθε κοινωνικό σύνολο, κάθε λαός, μπορούμε να ανιχνεύσουμε τις περισσότερες πολιτισμικές αξίες και ιδιαιτερότητες που μας επιτρέπουν να τον αναγνωρίσουμε. Η γλώσσα κάθε λαού αποτελεί το σπουδαιότερο πολιτισμικό μνημείο πάνω στο οποίο βρίσκεται ανεξίτηλα αποτυπωμένη όλη η ιστορία του. Πάνω στη γλώσσα σμιλεύεται η ιστορία κάθε λαού.

Κάθε γλώσσα αποτελεί ένα καινούργιο άνοιγμα στον κόσμο, μια διαφορετική ανάλυση της πραγματικότητας, πράγμα που το διετύπωσε επιγραμματικά ο Αριστοτέλης στα Μεταφυσικά του (7, 1028α) «τὸ ὄν λέγεται πολλαχῶς»

Όλες οι γλώσσες του κόσμου –υπολογίζουμε ότι μιλιούνται σήμερα στον πλανήτη μας γύρω στις 6.000 γλώσσες– όλες οι γλώσσες του κόσμου, υπ’αυτή την έννοια, αποτελούν πολιτισμική κληρονομιά της ανθρωπότητας. Προσοχή όμως: οι γλώσσες μπορούν και να εξαφανιστούν. Σήμερα κανένας λαός δεν μιλάει λατινικά, αλλά ούτε και χεττιτικά που μιλιόντουσαν στη Μικρά Ασία γύρω στη 2η χιλιετία π.Χ. από τους Χετταίους ή Χιττίτες. Σύμφωνα με ανακοίνωση της Ουνέσκο (υπ. αριθμ. 2002-07) στα πλαίσια του 21ου αιώνα, του αιώνα μας, 50 έως 80% των ομιλουμένων σήμερα γλωσσών, πρόκειται να εξαφανιστούν. Κατά κανόνα θεωρούμε ότι μια γλώσσα απειλείται να εξαφανιστεί όταν παύουν οι γονείς να την μεταδίδουν στα παιδιά τους, όταν παύει να χρησιμοποιείται στην επικοινωνία. «Ανεπαισθήτως», όπως θα έλεγε και ο Καβάφης, η ανθρωπότητα υφίσταται μια σημαντική απώλεια της πολιτισμικής της κληρονομιάς.

Και μιας και αναφέρθηκα στον Καβάφη, ας δούμε ένα από τα Κρυμμένα Ποιήματά του, όπου μιλάει για τους Ποσειδωνιάτες. Οι Ποσειδωνιάτες ήταν Έλληνες άποικοι στην Ιταλία, στον Τυρρηνικό κόλπο, οι οποίοι, καταπώς μαρτυρεί ο Αθήναιος, έπαυσαν να μιλούν ελληνικά.

Ποσειδωνιάται

«Την γλώσσα την ελληνική οι Ποσειδωνιάται

εξέχασαν τόσους αιώνας ανακατευμένοι

με Τυρρηνούς, και με Λατίνους, κι άλλους ξένους.

Το μόνο που τους έμεινε προγονικό

ήταν μια ελληνική γιορτή, με τελετές ωραίες,

με λύρες και με αυλούς, με αγώνας και στεφάνους.

Κ’ είχαν συνήθειο προς το τέλος τής γιορτής

τα παλαιά τους έθιμα να διηγούνται,

και τα ελληνικά ονόματα να ξαναλένε,

που μόλις πια τα καταλάμβαναν ολίγοι.

Και πάντα μελαγχολικά τελείων’ η γιορτή τους.

Γιατί θυμούνταν που κι αυτοί ήσαν Έλληνες-

Ιταλιώται έναν καιρό κι αυτοί·

και τώρα πώς εξέπεσαν, πώς έγιναν,

να ζουν και να ομιλούν βαρβαρικά

βγαλμένοι –ω συμφορά!– απ’ τον Ελληνισμό»

Όσοι, εντός και εκτός της Ελλάδας, έχουμε το ευτύχημα τη γλώσσα να μας την έχουν δώσει ελληνική, που θα έλεγε και ο Ελύτης, καλόν είναι να έχουμε στο νου μας το «πάθημα» των Ποσειδωνιατών ώστε να έχουμε «πάντ’ ανοιχτά πάντ’ άγρυπνα τα μάτια τής ψυχής μας» όταν πρόκειται για τη γλώσσα μας, για να ξαναθυμηθούμε τον Σολωμό.

Για μια γλώσσα, λέγω, την ελληνική, που μιλιέται αδιαλείπτως εδώ και 40 αιώνες και που γράφεται επί 28 αιώνες. Μια γλώσσα η οποία αποτελεί έναν από τους κύριους πυλώνες πάνω στους οποίους στηρίζεται ο δυτικός πολιτισμός. Μια γλώσσα η οποία με τα αριστουργήματα τα οποία γράφτηκαν σ’αυτήν συνετέλεσε και συντελεί στην ανάπτυξη και διαμόρφωση αρχών και εννοιών στο πεδίο της φιλοσοφίας, των επιστημών, των πολιτικών ιδεών του πολιτισμού μας. Να προσθέσω ότι είναι η γλώσσα της οποίας η φωνολογική δομή επέτρεψε τη γονιμοποίηση της φοινικικής γραφής με την εξεύρεση του αλφαβήτου, δηλαδή το πέρασμα από μια συλλαβική γραφή σε μια γραφή όπου κάθε φώνημα σημειώνεται με ένα γράμμα. Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι επί έξη αιώνες υπήρξε η επικρατέστερη διεθνής γλώσσα, ότι στα ελληνικά γράφτηκαν και τα Ευαγγέλια, και ότι από τα Ελληνικά αντλούν πλουσιοπάροχα οι περισσότερες γλώσσες για να εμπλουτίσουν την επιστημονική ορολογία τους και γενικότερα το λεξιλόγιό τους.


Επομένως μπορούμε να θεωρούμε ως θετικό βήμα το ό,τι η ελληνική κυβέρνηση αποφάσισε να καθιερώσει μια μέρα για να τιμάται η γλώσσα μας. Αρκεί βέβαια αυτή η απόφαση να συνοδεύεται από την απαιτούμενη συστηματική υλική υποστήριξη. «Δεῖ δὴ χρημάτων καὶ ἄνευ τούτων οὐδέν ἐστι γενέσθαι τῶν δεόντων» όπως μας διδάσκει ο Δημοσθένης στον Α’ Ολυνθιακό του. Περιμένουμε επομένως ότι η παλαιά κυβερνητική απόφαση θα συντελέσει ώστε να εναρμονιστούν οι πράξεις της εξουσίας με τα λόγια της εξουσίας.
Σκόπιμα χρησιμοποίησα τον όρο εξουσία για να αναφερθώ στην σχέση γλώσσας και εξουσίας, η οποία είναι αποφασιστική.

Είναι γενικότερα σημαντικό να έχουμε συνείδηση της σχέσης γλώσσας και εξουσίας. Άμεσα συνδεδεμένο με μας, με τη δική μας ζωή και ιστορία, είναι το παράδειγμα της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, του Βυζαντίου. Ως γνωστόν, η επικρατέστερη γλώσσα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ήταν τα λατινικά. Όταν το 330 ο Μέγας Κωνσταντίνος μεταφέρει την πρωτεύουσα του κράτους στη Νέα Ρώμη, στην πόλη του Βύζαντα, και θεμελιώνει έτσι την πόλη, που έμελλε να φέρει το όνομά του, η λατινική συνεχίζει να είναι η επίσημη γλώσσα του κράτους. Δύο περίπου αιώνες αργότερα, περί τα μέσα του 6ου αιώνα, μετατρέπεται η ροή της ιστορίας και ανοίγει διάπλατα η λεωφόρος για τον εξελληνισμό των Ρωμαίων της Ανατολής, για τον εξελληνισμό της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, του Βυζαντίου. Ο Ιουστινιανός, του οποίου, σημειωθείτω, η μητρική γλώσσα είναι η λατινική, αποφασίζει διά νόμου, με την Νεαρά υπ’αριθμ. 7,1, οι νόμοι του κράτους να συντάσσονται εις το εξής στα ελληνικά. Με άλλα λόγια θεσπίζει την ελληνική ως επίσημη γλώσσα του κράτους. Λέγει η Νεαρά: «οὐ τῇ πατρίῳ φωνῇ τὸν νόμον συνεγράψαμεν ἀλλά ταύτῃ δὴ τῇ κοινῇ τε καὶ Ἑλλάδι ὥστε ἅπασιν αὐτὸν εἶναι γνώριμον διὰ τὸ πρόχειρον τῆς ἑρμηνείας». Η ελληνική γλώσσα γίνεται έτσι όργανο πολιτικής και κοινωνικής ενοποίησης της αυτοκρατορίας. Η διαδικασία αυτή, ο γλωσσικός προγραμματισμός του Ιουστινιανού θα λέγαμε σήμερα, διαφοροποιεί τους Ρωμαίους της Ανατολής από τους Ρωμαίους της Δύσης και με τον τρόπο αυτό συνδράμει στα γλωσσικά επακόλουθα της ανάδυσης της ελληνικής ταυτότητας. Αν σήμερα η Κωνσταντινούπολη αποτελεί ουσιαστική πολιτισμική αναφορά για τον νεοελληνισμό είναι γιατί τότε «τη γλώσσα <τής> έδωσαν ελληνική». Η ειδοποιός διαφορά, πέρα από όλα τα άλλα πολιτισμικά συστατικά, που κάνει το Βυζάντιο ελληνικό και που διασφαλίζει την ελληνικότητα των Ρωμηών είναι η ελληνική γλώσσα. Υποθέτω ότι οι ιστορικές αυτές αναφορές καταδεικνύουν με σαφήνεια ότι οι αποφάσεις της πολιτείας δεν είναι διόλου άμοιρες των γλωσσικών εξελίξεων, του παρόντος και του μέλλοντος μιας γλώσσας, και μας επιτρέπουν να καταλάβουμε τις ευαίσθητες σχέσεις γλώσσας και εξουσίας.

Ανέφερα ότι οι γλώσσες μπορούν να εξαφανιστούν και εξαφανίζονται. Ένα φαινόμενο που μπορεί μακροπρόθεσμα να επηρεάσει την ίδια την επιβίωση μιας γλώσσας είναι η συρρίκνωση των χρήσεών της. Η διακοπή της χρήσης μιας γλώσσας σε ορισμένα επίπεδα επικοινωνίας, σε ορισμένους τομείς, αφενός οδηγεί στην αποδυνάμωσή της, ενώ αφετέρου στερεί τον συγκεκριμμένο τομέα από τον εμπλουτισμό που έχει να του προσφέρει μια γλώσσα. Στην εποχή μας η τάση για επικράτηση της αγγλικής σε ορισμένες χρήσεις όπως, η επιστημονική σκέψη και δημιουργία, η εμπορική διαπραγμάτευση, οι διεθνείς σχέσεις, η πληροφορική και μια σειρά άλλων τομέων επικοινωνίας (όπως τώρα με τον κορωνοϊό) τείνει να οδηγήσει τις υπόλοιπες γλώσσες σε ένα είδος παραίτησης της καλλιέργειας των αναφερθέντων τομέων. Η τάση για επιβολή ενός είδους μονοπωλίου της αγγλικής σε ορισμένους τομείς, πέραν όλων των άλλων εξωγλωσσικών παραγόντων, δεν είναι άμοιρη πολιτικών αποφάσεων και συγκεκριμμένων συμφερόντων.

Αν ρίξουμε μια ματιά, από γλωσσικής πλευράς, στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα δούμε ότι 24 είναι οι επίσημες γλώσσες της Ένωσης, μία των οποίων είναι η αγγλική. Μετά την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου, της Αγγλίας, η αγγλική παραμένει ως μία από τις δύο επίσημες γλώσσες της Ιρλανδίας (ιρλανδική και αγγλική) και της Μάλτας (μαλτέζικα και αγγλικά).

Εδώ και δεκαετίες οι γλωσσολόγοι πρεσβεύουν ότι η πολυγλωσσία είναι εγγενές φαινόμενο των ανθρωπίνων κοινωνιών και ότι προκειμένου να εξασφαλιστεί η ισοδύναμη ανάπτυξη και επιβίωση όλων των ευρωπαϊκών γλωσσών ο γλωσσικός προγραμματισμός κάθε πολιτείας πρέπει να προβλέπει την εκμάθηση δύο άλλων γλωσσών πλην της μητρικής. Η εκμάθηση δύο άλλων γλωσσών, πλην της μητρικής, είναι ο μονόδρομος για κάθε ευρωπαίο πολίτη άν θέλει να εξασφαλίσει την ευρωστία της γλώσσας του και την ακέραια διατήρηση της ταυτότητάς του. Ο πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας Emmanuel Macron φαίνεται ότι το κατάλαβε γιατί στο λόγο του της Σορβόνης, της 26ης Σεπτεμβρίου 2017 διεκήρυξε μεταξύ άλλων ότι πρέπει να θεωρούμε πλεονέκτημα την πολλαπλότητα των γλωσσών στην Ευρώπη και ότι έως το 2024 κάθε ευρωπαίος φοιτητής πρέπει να κατέχει δύο ευρωπαϊκές γλώσσες πλην της μητρικής. Αναγνώρισε ότι η Ευρώπη της πολυγλωσσίας είναι μια ανεκτίμητη ευκαιρία. Ας ελπίσουμε ότι είναι ένα καλό ξεκίνημα για την συνειδητοποίση εκ μέρους των πολιτικών ηγεσιών μας της σημασίας που έχει η γλώσσα στα κοινωνικά σύνολα.
Η λέξη ελπίδα μού φέρνει στο νου ό,τι είπε για την ελπίδα ο Ηράκλειτος. Αντί άλλης τελείας, ας χαρούμε τον λόγο του:«ἐὰν μὴ ἔλπηται ἀνέλπιστον οὐκ ἐξευρήσει, ἀνεξερεύνητον ἐὸν καὶ ἄπορον (ἀπόσπασμα 18)

  • Το παρόν κείμενο αναδημοσιεύεται από την εφημερίδα “ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ” της Κωνσταντινούπολης

*****************

Ο Χρήστος  Κλαίρης ( CLAIRIS)  είναι  ομότιμος καθηγητής γενικής γλωσσολογίας στη Σορβόννη, Université Paris Descartes και αντιπρόεδρος της Διεθνούς Εταιρείας Λειτουργικής Γλωσσολογίας(SILF).  Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1941. Το 1960 ολοκλήρωσε το Γυμνάσιο στην Μεγάλη του Γένους Σχολή και ήταν μαθητής του αείμνηστου Δημητρού Φραγκόπουλου , πριν αυτός αναλάβει την διεύθυνση του Ζωγραφείου ΛυκείουΟ Χρήστος  Κλαίρης σπούδασε φιλολογία στο  Πανεπιστήμιο Αθηνών και στη συνέχεια πήρε Μεταπτυχιακό Δίπλωμα ) (Master) . Από το 1967 έως το 1969 σπούδασε γλωσσολογία στο Παρίσι, όπου απέκτησε το Δίπλωμα “Εις Βάθοςς Σπουδών” υπό τη διεύθυνση του Bernard Pottier και εκπόνησε  διδακτορική διατριβή υπό τη διεύθυνση του André Martinet.  Το 1982, υποστήριξε τη διατριβή του του κρατικού διδακτορικού με τίτλο “Fuegian Linguists. Το qawasqar “. 

Από το 1969 έως το 1976, έζησε στη Χιλή,  όπου εργάστηκε ως καθηγητής πλήρους απασχόλησης στο Καθολικό Πανεπιστήμιο του Valparaiso (UCV) και ως καθηγητής μερικής απασχόλησης στο Πανεπιστήμιο της Χιλής στο Σαντιάγο(Centro de Estudios Bizantinos y Neohelnicos) και στο Πανεπιστήμιο της Χιλής στο Valparaso. Δίδαξε αρχαία ελληνικά, γενικά γλωσσολογία, σύγχρονα ελληνικά και εθνογλωσσικά.

Η έρευνά του για τις γλώσσες της Παταγονίας και της Tierra del Fuego τον οδήγησε να βρεθεί το 1972, εντός του Καθολικού Πανεπιστημίου του Valparaiso, του Centro de Investigacion de Lenguas Ind-genas (CILI), μέχρι την παύση  του από τις στρατιωτικές αρχές.

Επιστρέφοντας στη Γαλλία, κατείχε διαδοχικές θέσεις ως αναγνώστης στο Πανεπιστήμιο της Nanterre-Paris 10, λέκτορας, στη συνέχεια αναπληρωτής λέκτορας, αναπληρωτής καθηγητής και, τέλος, το 1986,  καθηγητής γενικής γλωσσολογίας στο Université René Descartes-Paris 5, στη Σορβόννη.

Από το 1987 έως το 1990 ήταν διευθυντής (κοσμήτορας) του UFR γενικής και εφαρμοσμένης γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο René Descartes. Μαζί με τον Fernand Bentolila, ίδρυσε το Εργαστήριο Θεωρίας και Περιγραφής Γλωσσολογίας (THEDEL – EA 1643 του MENRT) το 1992, όπου ήταν επικεφαλής από το 1997 έως το 2009.

 

Share this post