Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας: Η υγεία αποτελεί το υπέρτατο αγαθό του ανθρώπου

Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας: Η υγεία αποτελεί το υπέρτατο αγαθό του ανθρώπου

Απόφαση  για την είσοδο και/ή την παρουσία των μαθητών σε σχολικούς χώρους,  καθώς και την υποχρεωτική χρήση μάσκας από παιδιά άνω των 12 ετών,  μαθητές Γυμνασίων, Λυκείων και Τεχνικών Σχολών,  με προσκόμιση αρνητικής εξέτασης για την ασθένεια του Covid-19

Με σημερινή απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας απερρίφθη στο σύνολό της η ενδιάμεση αίτηση που καταχώρισαν 67 πολίτες της Δημοκρατίας, με την οποία αιτούνταν την έκδοση αριθμού προσωρινών διαταγμάτων, με τα οποία να απαγορεύεται στη Δημοκρατία να επιβάλλει και να υποχρεώνει την προσκόμιση αρνητικής εξέτασης για την ασθένεια του Covid-19, ως προϋπόθεση για την είσοδο και/ή την παρουσία των μαθητών σε σχολικούς χώρους,  καθώς και την υποχρεωτική χρήση μάσκας από παιδιά άνω των 12 ετών, ήτοι μαθητές Γυμνασίων, Λυκείων και Τεχνικών Σχολών.

Χαρακτηριστικά, το Δικαστήριο αποφάσισε ότι τυχόν εξαίρεση των Αιτητών από τις υποχρεώσεις του προσβαλλόμενου διατάγματος θα επέφερε ρήγμα στην καθολικότητα των  εφαρμοζόμενων μέτρων.

Επιπρόσθετα, το Δικαστήριο αναφέρει ότι τα γεγονότα όπως τέθηκαν ενώπιόν του δεν αποκαλύπτουν ολοκληρωτική απαγόρευση της μάθησης στην περίπτωση μη προσκόμισης αρνητικής εξέτασης, αντίθετα δόθηκε η εναλλακτική λύση της εξ αποστάσεως μάθησης και ως προς τις προεισαγωγικές εξετάσεις, δόθηκε  η δυνατότητα οι Αιτητές να παρακαθίσουν σε διαφορετική αίθουσα.

Τα κυριότερα σημεία της δικαστικής απόφασης είναι τα εξής:

1. Κατά πόσο τα συγκεκριμένα μέτρα παραβιάζουν τις ατομικές ελευθερίες των Αιτητών αποτελεί νομικό ζήτημα το οποίο θα αποφασιστεί από το Δικαστήριο κατά την ακρόαση της ουσίας της αγωγής.

2. Σε περίπτωση που ήθελε καταδειχθεί παραβίαση Συνταγματικού δικαιώματος ή νόμου η κατάλληλη θεραπεία είναι η απόδοση αποζημιώσεων και όχι η έκδοση προσωρινών διαταγμάτων.

3. Η διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης πραγμάτων προς ευρύτερη προστασία του πληθυσμού από τη νόσο Covid-19επέβαλλε την απόρριψη της αίτησης, καθότι  η υγεία αποτελεί το υπέρτατο αγαθό του ανθρώπου.

Το Δικαστήριο καταδίκασε τους Αιτητές στα δικηγορικά έξοδα της αίτησης.

Τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας εκπροσώπησαν στο Δικαστήριο οι δικηγόροι Θεανώ Μαυρομουστάκη, Πηνελόπη Χαραλάμπους και Χρίστος Αλεξάνδρου.

Ένοχος από ποινικό Δικαστήριο κατηγορούμενος για παράβαση Διατάγματος που απαγόρευε την παρουσία πιστών κατά τη διάρκεια εκκλησιασμού, με βάση τον περί Λοιμοκαθάρσεως Νόμο

Στην απόρριψη όλων των ισχυρισμών της υπεράσπισης κατηγορούμενου και στην έκδοση καταδικαστικής απόφασης εναντίον του συγκεκριμένου προσώπου σε σχέση με την παράβαση Διατάγματος τον Δεκέμβριο 2020, που απαγόρευε την παρουσία πιστών κατά τη διάρκεια εκκλησιασμού με βάση τον περί Λοιμοκαθάρσεως Νόμο, προχώρησε σήμερα το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας.

Ανακοίνωση της Νομικής Υπηρεσίας αναφέρει ότι το Δικαστήριο, απορρίπτοντας όλους τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης, ήτοι την αντισυνταγματικότητα του Νόμου και των επίδικων Διαταγμάτων, την αναγκαιότητα έγκρισής τους από τη Βουλή πριν από την έκδοσή τους και τη μη αναλογικότητα των μέτρων, αποφάσισε την ενοχή του κατηγορουμένου, ο οποίος λειτουργήθηκε σε εκκλησία στην μητροπολιτική περιφέρεια Μόρφου κατά παράβαση του τότε εν ισχύ επίδικου Διατάγματος.

Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο, “στην πολυσέλιδη και πλήρως τεκμηριωμένη απόφασή του, ανέλυσε την εξουσία έκδοσης Διαταγμάτων από τον Υπουργό Υγείας και τη συνταγματικότητα του επίδικού Διατάγματος σε σχέση με το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας. Ειδικότερα, εστίασε στο θεμιτό των περιορισμών με βάση το Άρθρο 18(6) του Συντάγματος που αφορά στην προστασία της δημόσιας υγείας. Ανέλυσε το ζήτημα της αναλογικότητας σε σχέση με τον περιορισμό που επέβαλε το επίδικο Διάταγμα στην άσκηση του δικαιώματος του θρησκεύεσται, υπό το πρίσμα της προσωρινότητας του μέτρου και του γεγονότος ότι δεν πλήγηκε ο πυρήνας του δικαιώματος, αφού, όπως εξήγησαν οι μάρτυρες, παρέχονταν στους πιστούς εναλλακτικές λύσεις για την ελεύθερη εκδήλωση της πίστης τους”.

Η υπεράσπιση του κατηγορουμένου στηρίχθηκε στη θέση ότι “το επίδικο Διάταγμα ήταν εξυπαρχής άκυρο και παράνομο, καθότι δεν είχε κατατεθεί στη Βουλή για έγκριση πριν από την έκδοσή του. Επιπρόσθετα, εγέρθηκε ότι το Διάταγμα ήταν αντισυνταγματικό καθότι προσκρούει στον πυρήνα του δικαιώματος της ελεύθερης άσκησης της θρησκείας”.

Η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε ως μάρτυρα τον επικεφαλής της επιδημιολογικής ομάδας δρα Κωνσταντίνο Τσιούτη, ο οποίος “πλήρως και εμπεριστατωμένα όπως αξιολογήθηκε από το Δικαστήριο, εξήγησε στο πλαίσιο της ένορκης μαρτυρίας του την αναγκαιότητα λήψης των συγκεκριμένων μέτρων ένεκα της επιδημιολογικής εικόνας σε σχέση με την εξέλιξη της πανδημίας κατά τον τρέχοντα χρόνο, της ιδιαιτερότητας των χώρων θρησκευτικής λατρείας, την προσωρινότητα των μέτρων αυτών και την αναγκαιότητα προστασίας της δημόσιας υγείας. Περαιτέρω μαρτυρία δόθηκε και εκ μέρους του Υπουργείου Υγείας”.

Συνακόλουθα, το Δικαστήριο έκρινε ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, καταδίκασε τον κατηγορούμενο και του επέβαλε ποινή προστίμου ύψους 1000 ευρώ, καθώς και την καταβολή των εξόδων της διαδικασίας.

Για την Κατηγορούσα Αρχή εμφανίστηκε η Ανώτερη Δικηγόρος της Δημοκρατίας κα Πολίνα Ευθυβούλου.

 

Share this post