Κύπρος – Ελλάδα – Τουρκία: το τέλος των μύθων

Κύπρος – Ελλάδα – Τουρκία: το τέλος των μύθων

Του ΤΖΕΝΓΚΙΖ ΑΚΤΑΡ,

καθηγητή 

Πολιτικών Επιστημών*.

H πρόσφατη κλιμάκωση, αρχικά του πολέμου δηλώσεων και εν συνεχεία των θερμών επεισοδίων στο Αιγαίο και στα ανοιχτά της Κύπρου, απαιτεί μια επανεκτίμηση της τουρκικής πολιτικής απέναντι στους γείτονές της, αλλά και των ευθυνών της έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ.
Η πολεμική ρητορική και η δράση της Άγκυρας είναι οι άμεσες συνέπειες μιας επιλογής στην εξωτερική της πολιτική – ανεξαρτήτως του αν αυτή η επιλογή στοχεύει στην τόνωση του εγχώριου εθνικιστικού ρεύματος εν όψει των εκλογών.

Είτε με, είτε χωρίς εκλογές, οι ιθύνοντες στην Άγκυρα έχουν επιλέξει να αμφισβητήσουν παλιές συμμαχίες και συνεργασίες, καθώς και τις ευθύνες που απορρέουν από αυτές.  Έχουν αποφασίσει να πορευθούν μόνοι σε ένα κατά τα λοιπά ιδιαίτερα δύσκολο και επικίνδυνο διεθνές περιβάλλον, οπλισμένοι με υπερβολική αυτοπεποίθηση και καθησυχασμένοι από την πολιτική κατευνασμού της Δύσης και την πολιτική «καλοπιάσματος» από πλευράς Ρωσίας απέναντι στις πράξεις τους.

Εκμεταλλευόμενοι πλήρως και ποντάροντας στη γεωγραφική θέση της χώρας, μοιάζουν αποφασισμένοι να πάρουν το μερίδιό τους από τον ορυκτό πλούτο που πιστεύεται ότι υπάρχει στον πυθμένα του Αιγαίου και στα ανοιχτά της Κύπρου. Η ενεργειακή δίψα της Τουρκίας αποτελεί έναν ισχυρό μοχλό.

Aς αξιολογήσουμε εν συντομία τη στάση της Δύσης απέναντι στην Τουρκία. Οι Δυτικοί επιμένουν να στηρίζουν τον Ερντογάν για τέσσερις βασικούς λόγους:

– Για να συνεχίσουν να πωλούν τα προϊόντα τους, κυρίως όπλα, και να υποβάλλουν προσφορές για επικερδή κατασκευαστικά σχέδια εκεί όπου απουσιάζει η τοπική τεχνογνωσία.
– Για να κρατήσουν την Τουρκία στο ΝΑΤΟ και να αποφύγουν να τη σπρώξουν στην αγκαλιά του Πούτιν.
– Για να επιβραβεύσουν τον Ερντογάν που εγκατέλειψε τη θέση για ένταξη στην Ε.Ε., και βραχυπρόθεσμα
– Για να διασφαλίσουν ότι θα συνεχιστούν οι περιπολίες στα τουρκικά σύνορα ώστε να εμποδιστούν οι μαζικές εισροές προσφύγων, μεταναστών και τώρα πια των πρώην τζιχαντιστών προς την Ευρώπη.
Κατά συνέπεια, οι δηλώσεις και οι εκθέσεις των Δυτικών είναι συστηματικά αυτολογοκρινόμενες, υπέρ το δέον προσεκτικές και πάντως, χωρίς αντίκρισμα. Όλα αυτά όμως, από την άλλη, ενθαρρύνουν διαρκώς την Άγκυρα, η οποία εντείνει την πολεμική της ρητορική και δράση. Τα τελευταία παραδείγματα είναι ο χονδροειδής τρόπος με τον οποίο αποφεύγουν να καταδικάσουν την τουρκική επίθεση στον κουρδικό θύλακα του Αφρίν στη βόρεια Συρία, καθώς και τις απειλές προς Κύπρο και Ελλάδα.

Με δεδομένες αυτές τις συγκυρίες οφείλει κανείς να επανεκτιμήσει τις τρέχουσες πολιτικές επιλογές, ιδίως εκείνες που θεωρούνται δεδομένες. Θα ήθελα να σταθώ εν συντομία σε δύο από αυτούς τους μύθους της πολιτικής: την άσκηση πίεσης μέσω της ευρωπαϊκής προοπτικής της Τουρκίας και μέσω των συνομιλιών για την επανένωσης της Κύπρου.

Οι ευρωπαϊκές προοπτικές της Τουρκίας έχουν πεθάνει. Μέχρι να τερματιστεί επίσημα το σημερινό στάτους της «υποψήφιας προς υπό ένταξη χώρας», κάτι που μπορεί να συμβεί τον Απρίλιο, οι δύο πλευρές θα εξακολουθήσουν να παριστάνουν ότι τα πράγματα βαίνουν ομαλά. Στην Ευρώπη, δεν υπάρχει καμία χώρα που η κυβέρνησή της ή η κοινή της γνώμη να είναι υπέρ της ένταξης της Τουρκίας. Στην Τουρκία, σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα, το 73% και το 67% των Τούρκων αντίστοιχα έχουν αρνητικές απόψεις για την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ. Η Τουρκία, υπό την  σιδηρά πυγμή του Ερντογάν, αποδυτικοποιείται με βήμα ταχύ, ανατρέποντας βίαια μια τάση των δύο τελευταίων αιώνων και μη αφήνοντας περιθώρια για οποιονδήποτε δεσμό με τη Δύση στο μέλλον.

Ακόμα κρισιμότερα, το τέλος των προσπαθειών ένταξης στην Ε.Ε. ακυρώνει και αχρηστεύει τα επιτεύγματα των τελευταίων 20 χρόνων σε ό,τι αφορά τις καλές διμερείς σχέσεις με κράτη-μέλη της Ε.Ε. Η πολεμοχαρής ρητορική και οι ενέργειες των τελευταίων ετών σε βάρος μιας σειράς χωρών της Ε.Ε., Ευρωπαίων πολιτικών και πολιτών συνιστούν ισχυρά σημάδια της τουρκικής φυγόκεντρης πορείας.

Οι συμβατικές υποχρεώσεις της Τουρκίας έναντι των γειτόνων της, που απορρέουν από την προοπτική ένταξης στην Ε.Ε., δεν περιορίζονται στις διπλωματικές σχέσεις. Σήμερα δύο έργα υποδομών, που έχουν άμεσο αντίκτυπο σε χώρες της Ε.Ε. και απαιτούν δέουσα εκτίμηση των επιπτώσεων, συνεχίζονται ερήμην.

Αυτά είναι ο πυρηνικός σταθμός παραγωγής ενέργειας στο Ακουγιού (Μερσίνα), που βρίσκεται σε σεισμογενή (!) περιοχή ακριβώς απέναντι από την Κύπρο, και το αποκαλούμενο Κανάλι της Κωνσταντινούπολης, το οποίο ειδικοί θεωρούν δυνητικά μοιραίο για ολόκληρη την περιοχή της Μαύρης Θάλασσας, συμπεριλαμβανομένων των ποταμών που την «τρέφουν».

Με την ευρωπαϊκή προοπτική να βγαίνει εκτός κάδρου, όλα τα σενάρια είναι ανοιχτά. Φυσικά, λαμβανομένων υπόψη και των παραπάνω, κανείς δεν θα έπρεπε να ποντάρει στις σχέσεις με την Ε.Ε. και/ή το ΝΑΤΟ για την εκτόνωση των εντάσεων με γείτονες, ιδιαίτερα την Κύπρο και την Ελλάδα, ή να καλεί την Άγκυρα να συμμορφωθεί με το κοινοτικό κεκτημένο ως προς την προστασία του περιβάλλοντος και την αποτροπή καταστροφών.

Η μοναδική άσκηση πίεσης έγκειται στην απειλή ενός ευρωπαϊκού/δυτικού οικονομικού εμπάργκο, εφόσον γίνει πράξη μια εισβολή ή/και προσάρτηση ευρωπαϊκού εδάφους. Όλες οι άλλες ενέργειες θα περνούν απαρατήρητες και χωρίς έλεγχο από τη Δύση, έως ότου χώρες επηρεαστούν άμεσα ή έμμεσα, για παράδειγμα από το αποκαλούμενο Κανάλι της Κωνσταντινούπολης, που θα μπορούσε δυνητικά να καταστρέψει την υφιστάμενη οικολογική ισορροπία μέχρι τις πηγές του Δούναβη στη Γερμανία, «αδειάζοντας» τη Μαύρη Θάλασσα.

Το δεύτερο ζήτημα είναι οι ατέρμονες συνομιλίες για την επανένωση της Κύπρου. Αν και η επανένωση είναι μια ιδανική λύση για διέξοδο από τα υφιστάμενα προβλήματα, πρέπει να γίνει κατανοητό ότι -εξαιτίας της μεταβαλλόμενης φύσης του καθεστώτος της Άγκυρας- φαντάζει πιο μακρινή από ποτέ. Για έναν απλό αλλά θεμελιώδη λόγο: ένα μη δημοκρατικό καθεστώς δεν μπορεί να ανεχτεί μια πρόδηλα δημοκρατική λύση, όπως μια ομοσπονδία!

Τέλος, δεν πρέπει ποτέ κανείς να ξεχνά ότι η συνολική συλλογιστική του καθεστώτος Ερντογάν βασίζεται στην πολιτική της ισχύος -ακριβώς όπως το πρότυπό του, η Ρωσία- κι είναι έτοιμο να καταφύγει σε εκβιασμούς, απειλές, επίδειξη δύναμης και ανομία στη χώρα και αλλού. Αυτή η υπέρμετρη ισχύς, που δεν είναι δυνατόν να κρατήσει για πολύ, θα μπορούσε να διαταράξει σοβαρά το προϋπάρχον στάτους κβο με γείτονες και να προκαλέσει απροσδόκητες ζημίες, όπως σήμερα στο Αφρίν της Συρίας.

*ΠΗΓΗ: “Εφημερίδα των Συντακτών” -ΑΘΗΝΑ

-Τα ενυπόγραφα κείμενα  εκφράζουν  τις προσωπικές απόψεις των συγγραφέων τους.

Share this post